Ορειβατικά υποδήματα

ορειβατικα, αδιαβροχα, αδιαβροχοτητα, παπουτσια, ημιμποτα, μποτακια, μποτες, χαμηλα, ανδρικα, γυναικεια, παιδικα, αδιαβροχα, μαρκες, καταλληλο, μεγεθος, φαραγγοδιασχιση, σκι, πεζοπορια, ορειβασια, τρεξιμο, αναρριχηση, διασωση, σπηλαιολογια, ποδηλατο, μονοπατι, δασος, βουνο, βραχος, λασπη, κατηγοριες, σολα, υλικα, λαμα, αποσταση, θερμοκρασια

                          22 Μαι 2015    Ανανέωση Ιανουάριος 2018 
Savvas Hiker




    Τα πάντα για τα ορειβατικά παπούτσια, χαμηλά, μποτάκια, μπότες. Πως επιλέγουμε το μέγεθος; Ποιες είναι οι κατηγορίες, και ποια είναι τα μυστικά των ορειβατικών παπουτσιών; Τα υλικά και τα μέρη. Η αδιαβροχότητα, και πολλά άλλα.



Περιεχόμενα
Για συγκεκριμένη ενότητα κάνετε κλικ επάνω της




Το ύψος του υποδήματος

     Τα αποφασιστικά σημεία στην επιλογή του ύψους του υποδήματος είναι τρία πράγματα,
  (1) πόσο εμπιστοσύνη έχετε στους αστραγάλους σας μέχρι στιγμής,
  (2) πόσο βαρύ σακίδιο κουβαλάτε, και
  (3) ο συνδυασμός: καιρός-έδαφος-διάρκεια

    Αρχίζοντας από το 3ο, αν πρόκειται για διαδρομή σε "χειμερινό υψηλό βουνό" στις περισσότερες περιπτώσεις επιβάλλεται χρήση ψηλής μπότας της κατηγορίας mountaineering. Ο παράγοντας "διάρκεια", συνήθως (δηλαδή όχι πάντα), έχει να κάνει με τον διαχωρισμό μεταξύ ημερήσιας ή πολυήμερης δραστηριότητας όπου, και πάλι, συνυπολογίζονται οι παράγοντες του καιρού και του εδάφους.

    Μέχρι 7κ-8κ σακίδιο (ενώ είναι ήδη αρκετά βαρύ για ημερήσιο) θεωρείται ελαφρύ και δεν υποχρεώνει στη χρήση μπότας. Οι εξασκημένοι στο βουνό, αν δεν επιβάλει κάτι διαφορετικό η φύση του εδάφους και τα προσωπικά γούστα, κάνουν την αλλαγή από χαμηλό ορειβατικό ή χαμηλό ημίμποτο σε ψηλότερο ορειβατικό κάπου μετά τα 8κ-10κ στο σακίδιο και για αποστάσεις μεγαλύτερες από 4ω-5ω.


   Η μπότα πλήρους ύψους δεν φοριέται εύκολα, και δεν φοριέται στις μέρες μας για κάτι λιγότερο από το "υψηλό χειμερινό βουνό".
 

   Η μπότα μέσου ύψους (mid) ή "ημίμποτο", για αυτό συνήθως τη λέμε "μποτάκι", παρά τα αντιθέτως νομιζόμενα, στα πολύ χαμηλά ύψη μπότας δεν παρέχει σημαντική στήριξη αστραγάλων αλλά προστασία σε μεγαλύτερη επιφάνεια από χτυπήματα και έμμεση στήριξη. Ανάλογα και τα μποτάκια, υπάρχουν με διάφορα ύψη από αρκετά ψηλά έως αρκετά χαμηλά που σχεδόν μοιάζουν στα "χαμηλά" παπούτσια. Μερικά, τα ψηλότερα ημίμποτα, και εφόσον έχουν κατάλληλη ακαμψία που είναι πλέον σπάνια περίπτωση σε αυτή την κατηγορία, δέχονται και κανονικά κραμπόν.

   "Έμμεση στήριξη" σημαίνει οτι δεν υποστηρίζει σοβαρά. Όμως, το αγκάλιασμα που κάνει στους αστραγάλους αποτρέπει σε κάποιο βαθμό την ανατροπή του υποδήματος, και ταυτόχρονα, δίνει μια αυτόματη αίσθηση του πότε το πόδι πάει να πατήσει σε λάθος στάση, έτσι ο χρήστης ενστικτωδώς διορθώνει το πάτημα του και την λάθος γωνία.

Το ψηλότερο υπόδημα, όμως, έχει ένα διπλό τίμημα. Αυξάνει το βάρος στα πόδια, φορτίο που έχει πολλαπλάσια επιβάρυνση από το αν ήταν στο σακίδιο, και περιορίζει την αθλητική ευκαμψία του ποδιού.

   Όλα αυτά, το ύψος, το βάρος, την ακαμψία, από την άλλη πλευρά, όχι μόνο δεν τα αποφεύγουμε σε δύσκολους συνδυασμούς καιρού-εδάφους-διάρκειας αλλά κατά περίπτωση (πχ την ακαμψία) τα επιδιώκουμε κιόλας.


   Tο χαμηλό παπούτσι (low cut), ενώ θεωρητικά πάει παντού, έχει τις δικές του αδυναμίες. Δεν κάνει για έντονα χειμερινό βουνό. Είναι σχετικά δύστροπο στο "πάντρεμα" με γκέτες για βαθύ χιόνι. Δέχεται μόνο το απλό πεζοπορικό κραμπόν, και εφόσον, ένα χαμηλό μοντέλο δεν είναι ιδιαίτερα εύκαμπτο. Συνήθως δεν εξυπηρετεί καλά σε πολυήμερες, ανάλογα το μοντέλο, το έδαφος, τον καιρό και την εποχή. Περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς αυξημένου φορτίου (πάνω από 10-15 κιλά). Και φυσικά, απαιτεί ενεργή τήρηση της τεχνικής της βάδισης.

   Η τεχνική βάδισης σε ορεινά, ή ολισθηρά, ή ανώμαλα εδάφη (το γόνατο, συνεχώς, πάνω ή εμπρός από το πάτημα), στο χώμα, στο βραχώδες, στο χιόνι, στην άνοδο, στην κάθοδο, στην τραβέρσα, οπουδήποτε, γίνεται σχεδόν αυτόματα με τα ψηλότερα υποδήματα, σε σημαντικό βαθμό πάντως, ενώ στα χαμηλά παπούτσια απαιτείται συνεχώς η ενεργή εφαρμογή της τεχνικής από τον χρήστη. Επιλογή η οποία, στον χρήστη των χαμηλών υποδημάτων, προσδίδει ευελιξία, ίσως και ακόμη καλύτερη εφαρμογή της τεχνικής όταν απαιτείται, αλλά η ανάγκη για αυξημένη ενεργή συμμετοχή στην τεχνική, ενέχει πάντα τον παράγοντα λάθους από κόπωση, απροσεξία, ή άλλους παράγοντες.
   Το όφελος με την τεχνική βάδισης είναι ότι αυτή συντελεί σχεδόν στον εκμηδενισμό των ατυχημάτων (1) από γλιστρίματα, και (2) από στραβοπατήματα (πχ διαστρέμματα) συνήθως λόγω ανατροπής του χαμηλού υποδήματος όταν δεν εφαρμόζεται η τεχνική. Επίσης, η τεχνική βάδισης υποβοηθά και σε κάποια άλλα θέματα.

   Tο θέμα της "ανατροπής" στα χαμηλά παπούτσια, παίζει στην διελκυστίνδα ανάμεσα στην εμπειρία του κατασκευαστή και τον ιδιαίτερο προορισμό χρήσης ενός μοντέλου. Με άλλα λόγια, το χαμηλό για να μην ανατρέπεται εύκολα πρέπει να έχει πλατιά σόλα πίσω, στο "τακούνι", κάτι που βοηθά και στην πλευσιμότητα στα σαθρά (στα τρεξίματος η διαπλάτυνση για καλύτερη πλευσιμότητα γίνεται μπροστά), όμως, αν το παπούτσι προορίζεται για τρέξιμο ή προσέγγιση, η σόλα δεν ξεπερνά κάποιο όριο πλάτους πίσω (στα αυστηρά προσέγγισης αυτό ισχύει και για μπροστά). 
   Στη φωτο δίπλα, συγκρίνεται το πλάτος της σόλας πίσω, δύο χαμηλών πεζοπορικών hiking, ενός κατασκευαστή ειδικευμένου στα πεζοπορικά (Α), και ενός κατασκευαστή (Β) που ειδικεύεται περισσότερο στα τρεξίματος
   Το πλατύ "πεζοπορικό" πέλμα στο τακούνι, αφήνει περιθώρια χαλάρωσης στον πεζοπόρο, ώστε να μην χρησιμοποιείται συνεχώς η τεχνική βάδισης, κάτι που διευκολύνει να γίνονται εναλλαγές αποφόρτισης στην βάδιση, και ακόμη περισσότερο στις μεγάλες αποστάσεις πεζοπορίας. Υπόψη, όμως, ότι το πλατύ "πεζοπορικό" πέλμα στο τακούνι, σε φάσεις χαλάρωσης όπου δεν τηρείται η τεχνική αποτρέπει σημαντικά την ανατροπή αλλά δεν προστατεύει από το γλίστριμα.
   Το στενότερο πλάτος στο τακούνι απαιτεί συνεχή χρήση της τεχνικής της βάδισης σε ορεινά, ή ολισθηρά, ή ανώμαλα εδάφη, και συγχωρεί λιγότερο τα "λάθη" στο πάτημα εκτός τεχνικής, επίσης, απευθύνεται και σε αυτούς που τρέχουν ή αναρριχώνται.

   Το ξέρω, ορειβατικά μποτάκια (βλέπε: "μεγαλύτερη ασφάλεια") φορούσαν τόσες γενιές ορειβατών, τα φορούν οι περισσότεροι από τους "παλιούς", και στο στρατό αρβύλες φοράνε (παρεμπιπτόντως, ακατάλληλες για το βουνό), κάτι θα ξέρουν. Αλλά όμως, γενιές και γενιές φουστανελάδων και τσοπάνηδων στα ορεινά έζησαν με τα χαμηλά τσαρούχια όμως υπόψη, βέβαια, είχαν γυμνασμένα πόδια και αστραγάλους, και ήταν σχετικοί με την τεχνική βάδισης.
   Κατά τη δική μου άποψη, σε ημερήσιες διαδρομές μέσης δυσκολίας το χαμηλό ορειβατικό είναι σχεδόν μονόδρομος, και αν υπάρχει θέμα με σκορπιούς, ζωύφια, χαλίκια, χιόνια, φοριούνται με γκαίτες ανάλογες με τον καιρό και το έδαφος. 

   Σκεφθείτε με τα προσωπικά σας δεδομένα και αποφασίζετε.

   Τώρα να το πάρουμε πιο πρακτικά για να βοηθηθεί στη σκέψη κάποιος που είναι στο ξεκίνημα. Ένας καινούριος στην ορειβατική δραστηριότητα, συνήθως, θα αρχίσει να συμμετέχει σε σημαντικές αναβάσεις χειμερινού βουνού μετά τα πρώτα δύο χρόνια, όπου πλέον θα χρειαστεί τουλάχιστον μποτάκια ικανοποιητικού ύψους και κάποιας σχετικής ακαμψίας. Μέχρι τότε, στο αναμεταξύ, μπορεί να έχει κάνει ένα μικρότερο έξοδο για χαμηλά ημίμποτα ή χαμηλά ορειβατικά. Παράλληλα γυμνάζοντας τα πόδια του, αλλά και ορειβατικά εξασκούμενος, με περισσότερο ενεργή συμμετοχή στην εκμεταλλευόμενος και τις μικρότερες διαδρομές της φάσης αυτής. Αργότερα, αποφασίζοντας ότι θέλει να συνεχίσει. μπορεί να προσθέσει στην εργαλειοθήκη του τα ψηλότερα υποδήματα. Επιπλέον, εξοικονομώντας έτσι χρόνο φθοράς και για τα παλαιότερα που θα συνεχίσουν να τον εξυπηρετούν σε απλούστερες διαδρομές.  


Η σταθερότητα

    Η σταθερότητα δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ σφιγμένο ή το στενό παπούτσι. Το πολύ σφιγμένο ή το στενό προσθέτουν στη σταθερότητα αλλά δεν είναι οι σωστές παράμετροι στο θέμα. Αντίθετα θα έλεγα, οτι αυτά τα δύο είναι φθοροποιοί συμβιβασμοί εναλλακτικά ή συμπληρωματικά όταν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι περισσότερο στον τομέα "σταθερότητα", κάτι σύνηθες πχ στην αθλητική αναρρίχηση.

   Ανάλογα το είδος της χρήσης στο βουνό η σταθερότητα έχει πολλές εφαρμογές, παραμέτρους, αλλά και υποχωρήσεις. Για αυτό όσο πιο εξειδικευμένα σταθερό το παπούτσι τόσο πιο δύσκολο να βρούμε το κατάλληλο για τα γούστα και το πόδι μας.

   Η σταθερότητα αυξάνει τις δυνατότητες μας στο βουνό και χρειάζεται σε πέντε περιπτώσεις (και στην αθλητική αναρρίχηση, που δεν αναλύουμε περισσότερο σε αυτό το blog). Χρειάζεται (1) στις πλάγιες κλίσεις, (2) στις ανώμαλες επιφάνειες, (3) στις κινήσεις με ταχύτητα, (4) στις απότομες κινήσεις, και (5) στη μεταφορά φορτίων.

    Στις πλάγιες κλίσεις "κόβει" καλύτερα το έδαφος, ενισχύει τον καλύτερο έλεγχο πατήματος.
   Στις ανώμαλες επιφάνειες, αν αυτές είναι σταθερές βοηθά με καλύτερες γωνίες επαφής, και αν αυτές είναι ασταθείς, αυξάνει τη σιγουριά και την ασφάλεια στη διαχείρηση αυτών των επιφανειών.
   Στις κινήσεις με ταχύτητα βοηθά στις στροφές και στις κατηφόρες. 
   Στις απότομες κινήσεις, ή απότομες αλλαγές κατεύθυνσης, αναπτύσσεται μια στιγμιαία τοπική φυγόκεντρος στο πάτημα την οποία περισσότερο υποστηρίζει και διαχειρίζεται το παπούτσι, άρα καλύτερα το σταθερό παπούτσι, ταυτόχρονα και με τη βοήθεια της συνολικής τεχνικής και εξάσκησης.
   Στη μεταφορά φορτίων... δεν χρειάζεται ανάλυση.

    Στη σταθερότητα παίζουν ρόλο τρία πράγματα.
Η σόλα (κατασκευή, ποιότητα, ) , η δομική κατασκευή στο κέλυφος του υποδήματος, και η σωστή εφαρμογή-μέγεθος του υποδήματος. Η σωστή εφαρμογή δεν έχει να κάνει μόνο με το κατάλληλο "νούμερο" αλλά και με το καλούπι του κατασκευαστή, που πρέπει να είναι αντίστοιχο με το πόδι μας.

   Μετά από όλα αυτά, κάποιος θα έκανε την ερώτηση "από πλευράς εδάφους, ποιές είναι ιεραρχικά οι καταστάσεις που απαιτούν περισσότερη σταθερότητα;"
   Όσον αφορά το έδαφος, η πιο απλή περίπτωση είναι ένα στρωτό, πλατύ, επίπεδης επιφάνειας μονοπάτι. 
   Πιο απαιτητικό είναι ένα μονοπάτι που διέρχεται από διάφορα είδη εδαφών, πέτρες, βράχους, στενές χαράξεις, πλάγιες κλίσεις, κλπ.
   Ακόμη πιο απαιτητικό είναι αν στα παραπάνω προστεθούν τμήματα λασπώδη, ή με χιόνια, και ακόμη περισσότερο πάνω από άγνωστης κατάστασης έδαφος.
   Και η κορυφαία περίπτωση, στην ορειβατική πεζοπορία, είναι οτιδήποτε στο βουνό ευρίσκεται εκτός μονοπατιού.


Το στρώσιμο

   Το "break-in", που λέμε στα... Ελληνικά, είναι μια ειδική περίπτωση. Σχεδόν όλα (ή να πω όλα) τα σύγχρονα ορειβατικά υποδήματα έρχονται ήδη "στρωμένα" απο το εργοστάσιο, όπως πχ τα αυτοκίνητα. Αυτό γίνεται με τρείς τρόπους, με κατασκευαστική προφόρτιση του υποδήματος να έχει συγκεκριμένο σουλούπι (πχ να έχει ήδη σηκωμένη μύτη), με εσωτερικό τέντωμα της συνολικής κατασκευής, και με απάλειψη εσωτερικών εξογκωμάτων λόγω ραφών ή άλλων δομικών στοιχείων. Ενδεχομένως δεν ξέρω κάποια επιπλέον τεχνική αλλά μπήκατε στο νόημα.
   Όλα αυτά έχουν ένα καλό και ένα κακό αποτέλεσμα. 

   Το καλό είναι οτι δεν θα ταλαιπωρήσεις τα ήδη καταπονημένα πόδια σου, από δραστηριότητες ετών στο βουνό, στρώνοντας ένα καινούριο ορειβατικό παπούτσι. Όμως παρόλαυτα, εξακολουθεί να χρειάζεται ακόμη το πραγματικό "σπάσιμο" (aka "στρώσιμο"). 

   Το πραγματικό στρώσιμο ανάλογα την κατηγορία και το μοντέλο αρχίζει να γίνεται στα 5χλμ, αθροιστικά, και μπορεί να ολοκληρωθεί ακόμη και πάνω από τα 100χλμ, και ανάλογα το έδαφος στο οποίο γίνεται το στρώσιμο.
   Επίσης, αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε πολυήμερη δραστηριότητα στο βουνό, εκτός του στρωσίματος είναι καλό να έχουν φορεθεί και για ένα διάστημα τουλάχιστον 2 μηνών με συστηματική χρήση. Συστηματική χρήση εννοούμε πχ μια οποιαδήποτε πεζοπορία στο βουνό ανελλιπώς κάθε ΣΚ.

   Υπόψη ότι, μιλώντας γενικότερα για την συστηματική χρήση, αν αυτή γίνεται σε πόλη και μάλιστα σε καθημερινή βάση, δεν ενδείκνυται τόσο για τα ορειβατικά παπούτσια, για πολλούς λόγους. Ίσως εξαιρώντας κάποια χαμηλά μοντέλα γενικής χρήσης και μικρότερου κόστους, τα οποία αρκετοί χρησιμοποιούν σαν ποιοτικά παπούτσια στην καθημερινότητα, δεδομένης της αξιοπιστίας και της υποστήριξης στο πόδι που παρέχει οποιοδήποτε παπούτσι για το βουνό. 

   Το κακό είναι οτι στην πρώτη δοκιμή τα υποδήματα, όπως είναι τεχνητά στρωμένα, δίνουν μια ελαφρώς εσφαλμένη εικόνα για το σωστό νούμερο/μοντέλο.

   Ταυτόχρονα, η αρχική κάπως "στρωτή" αίσθηση ξεγελά τους ακόμη αμύητους, που όμως διαπιστώνουν στην πορεία οτι τα σκληρά παπούτσια, όπως είναι τα ορειβατικά, αναπτύσσουν διαφορετική σχέση "επαφής" με το πόδι από οτι ένα παπούτσι πόλης.


Μέγεθος


 
   Το μήκος (ή αλλιώς) το μέγεθος (ή αλλιώς) το νούμερο του υποδήματος

   Καταρχήν ας μετρήσουμε να ξέρουμε το μήκος του πέλματος μας. 
  - Απλώνουμε ένα χαρτί στο πάτωμα, πχ μια σελίδα Α4, μπροστά από έναν τοίχο. Η άκρη του χαρτιού να ακουμπάει στον τοίχο.
  - Σε όρθια στάση, πατάμε το ένα πέλμα μας πάνω στο χαρτί ενώ ταυτόχρονα η φτέρνα μας, πίσω, ακουμπάει στον τοίχο χωρίς να την πιέζουμε.
  - Σημειώνουμε στο χαρτί το σημείο που φτάνει το δάχτυλο που προεξέχει πιο μπροστά από τα άλλα. Αν κάνει κάποιος άλλος τη σημείωση αυτή, για να μην χαλάσουμε την όρθια στάση μας, ίσως η ακρίβεια να είναι καλύτερη.
  - Επαναλαμβάνουμε με το άλλο πόδι.
  - Μετράμε με χάρακα στο χαρτί (για ακρίβεια, άρα όχι με μεζούρα), το μήκος κάθε πέλματος. Κρατάμε το μεγαλύτερο αποτέλεσμα.
   Η ακρίβεια στη διαδικασία μέτρησης είναι σημαντική, αν σκεφτεί κανείς ότι αρκετές φορές το σωστό μέγεθος "παίζεται" στο μισό νούμερο, το οποίο είναι μόλις 3 χιλιοστά.

   Στην κάλυψη αποστάσεων με τα πόδια, (πεζοπορία, τρέξιμο) τα παπούτσια πρέπει να είναι μεγαλύτερα στο μήκος από ότι στην πόλη, για την άνεση στις μεγάλες διαδρομές, για απορρόφηση της στρεπτικότητας στο ανώμαλο έδαφος, και για τα δάχτυλα στις καταβάσεις.


   Όσον αφορά το μήκος του υποδήματος λοιπόν, ο παραδοσιακός γενικός κανόνας (και διαχρονικά δοκιμασμένος και καταξιωμένος) είναι, αφού φορέσουμε το παπούτσι με λυμένα και χαλαρά κορδόνια σε όλο το μήκος των τρυπών, να χωρά ο δείκτης του χεριού πίσω από τη φτέρνα, ενώ τα δάχτυλα του ποδιού ακουμπάνε μπροστά χωρίς να λυγίζουν.
   Ένας άλλος εμπειρικός κανόνας, λίγο πιο χοντρικός αυτός, είναι το παπούτσι να είναι 2EU νούμερα μεγαλύτερο από το νούμερο εκείνο που έχει εσωτερικό μήκος ίσο με την μέτρηση του πέλματος. Είναι χοντρικός, γιατί άλλη σημασία έχει μια διαφορά 2EU για ένα μικρό πόδι, και άλλη για ένα μεγάλο (1EU ως μέγεθος είναι πάντα ίδιο, σε οποιοδήποτε σημείο της κλίμακας), ενώ η μέτρηση με το δάχτυλο του χρήστη είναι αναλογική.

   Όμως σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνάμε τα 2EU νούμερα μεγαλύτερο (ή τα 2,5EU σε κάποια καλούπια και πολύ μεγάλα μεγέθη), γιατί το πολύ παραπάνω μήκος από μόνο του δεν είναι τόσο κακό (δευτερεύον πρόβλημα) όμως όσο μεγαλύτερο είναι ένα παπούτσι συμβαίνουν δύο πράγματα: Αλλάζουν θέση τα "κέντρα" του παπουτσιού σε σχέση με τα αντίστοιχα του ποδιού, και επίσης, αυξάνει ο εσωτερικός όγκος. Στο βουνό θέλουμε και σταθερό υπόδημα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του, οπουδήποτε. Στις τραβέρσες, στις αναβάσεις, στις καταβάσεις, στο συμπαγές, στο σαθρό, στο χιόνι, στη λάσπη, στο χώμα, στο βράχο.




   Θεωρητικά, αν στο μήκος του μακρύτερου πέλματος προσθέσετε από 10 χιλιοστά για τα πολύ μικρά πόδια μέχρι 15 χιλιοστά για τα πολύ μεγάλα πόδια, μπορείτε να βρείτε στον παραπάνω πίνακα το μέγεθος EU που φοράτε για πεζοπορία, τρέξιμο, ή ορειβασία (πλην τεχνικής αναρρίχησης).
   Αν ο υπολογισμός σας τοποθετεί ανάμεσα σε δύο μεγέθη (η συνηθέστερη περίπτωση), επιλέξτε το μεγαλύτερο. 

   Στην πράξη. Οι μεγάλοι κατασκευαστές έχουν συνήθως μικρές διαφορές από τον παραπάνω τυπικό πίνακα. Οι μικροί κατασκευαστές, κυρίως οι παλαιοί, ίσως έχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. 
   Ένας από τους μεγάλους κατασκευαστές ορειβατικών, σε μια σελίδα του για τα μεγέθη και την εφαρμογή των μοντέλων, αρχίζει το σχετικό κείμενο ως εξής: "Και νομίζατε ότι, το να αγοράσετε ένα καινούριο αυτοκίνητο, ήταν επίπονο θέμα". 
   Κάπως έτσι, όσοι είμαστε συστηματικοί, καταλήγουμε με τον καιρό να έχουμε ένα πλήθος ορειβατικών παπουτσιών. Άλλα για διαφορετικά τερέν, εποχές, και είδη εξορμήσεων, άλλα γιατί αποδείχτηκε ότι δεν μας ταίριαζε τόσο το συγκεκριμένο καλούπι ή γιατί τελικά δεν ήταν τόσο καλά για χειμερινά ή για θερινά και τα βάλαμε στο ντουλάπι, άλλα γιατί πάλιωσαν πολύ μεν αλλά τα αγαπήσαμε και τα κρατήσαμε στην άκρη να τα βλέπουμε, και πάει λέγοντας. Από αυτό, φαίνεται και γιατί διάφορες μεγάλες εταιρείες αποφάσισαν τις τελευταίες δεκαετίες να μπούν δυναμικά στον τομέα των ορειβατικών παπουτσιών, επηρεάζοντας ανάλογα και τα δρώμενα στο βουνό. Γιατί, εμπορικά, τα παπούτσια για το βουνό μπορούσαν να γίνουν, και έγιναν, χώρος και με συχνή και με δαπανηρή κατανάλωση. 


   Στην περίπτωση που θα παραγγείλετε on-line, αναζητήστε τον επίσημο πίνακα του κατασκευαστή ή έχετε πρώτα μια σχετική επαφή με τον πωλητή (αυτό είναι πιο ασφαλές, πχ οι πίνακες μερικών εταιρειών είναι δυσνόητοι) για τα εσωτερικά μήκη ενός συγκεκριμένου μοντέλου ή μάρκας.
   Εδώ προσοχή, στο σημείο αυτό όσον αφορά επιλογές on-line, αρκετοί πίνακες εταιρειών δεν αναφέρουν το εσωτερικό μήκος ανα μέγεθος αλλά το Mondopoint (ή Mondo Point) ανα μέγεθος, που είναι επίσης σε εκατοστά ή χιλιοστά. Η κλίμακα Mondopoint αντιστοιχίζει κατευθείαν το μήκος ενός ποδιού με το κατάλληλο μέγεθος για χρήση. Για παράδειγμα, κάποιος έχει στο μεγαλύτερο του πέλμα, μήκος 29.5εκ. Μελετώντας έναν πίνακα μιας εταιρείας που αναφέρει την αντιστοιχεία των μεγεθών σε Mondopoint, ο χρήστης δεν θα προσθέσει στο πόδι του πχ 12 χιλιοστά και θα βρεί το μέγεθος, αλλά κατευθείαν θα επιλέξει το μέγεθος που αντιστοιχεί στο Mondopoint 29.5 (ή 295), ή το αμέσως μεγαλύτερο αν είναι ανάμεσα. Όμως με τους πίνακες σε Mondopoint κάποιες φορές υπάρχει ένα θέμα, ανάλογα τον χρήστη, γιατί δεν είναι σίγουρο τι εννοεί κάθε εταιρεία ως "κατάλληλο" μέγεθος, όπως επίσης, υπάρχουν και εταιρείες που με τον όρο Mondopoint εννοούν απλά το εσωτερικό μήκος. 
   Επίσης, υπάρχουν εταιρείες που ενώ δημοσιεύουν έναν γενικό πίνακα (είτε εσωτερικού μήκους ανα μέγεθος είτε σε Mondopoint), που υποτίθεται αφορά όλα τους τα μοντέλα, στην πράξη ο χρήστης διαπιστώνει εκ των υστέρων ότι έχουν διαφορετικό μεγεθολόγιο για κάθε μοντέλο τους (ναι, υπάρχουν και σοβαρές εταιρείες με τόσο χάλια ενημέρωση και μάρκετινγκ).
   Ας πούμε, προσωπικά, μου έχει τύχει να ζητήσω επίσημα με μειλ από γνωστή στα ορειβατικά εταιρεία τον πίνακα με τις διαστάσεις των μεγεθών της, αναφέροντας συγκεκριμένο μοντέλο. Απάντησε κάποιος υπεύθυνος στέλνοντας μου έναν γενικό πίνακα της εταιρείας. Μέτρησα, παρήγγειλα τα παπούτσια από κάπου, και εκ των υστέρων ανακάλυψα ότι η εταιρεία έχει διαφορετικούς πίνακες ανα μοντέλο (με μεγάλες διαφορές μεταξύ τους) τους οποίους ούτε ανέφερε ο υπεύθυνος ούτε ήταν δημοσιευμένοι, πουθενά.
   Για αυτό είναι καλύτερο πάντα, ειδικά για αγορές από απόσταση, μια προηγούμενη σχετική επαφή με τον άμεσο πωλητή.

   Ένα ακόμη πρόβλημα, στην πράξη, της επιλογής μεγέθους (νούμερου) για τέτοιες εξειδικευμένες χρήσεις, δηλαδή για συστηματική πεζοπορία ή τρέξιμο ή ορειβασία, είναι στην διαφορά του εσωτερικού όγκου ανάμεσα στα διάφορα μοντέλα, που θα δούμε στην επόμενη ενότητα. 

   Σημείωση. Προσοχή, ειδικότερα για παπούτσια αναρρίχησης, ο τρόπος επιλογής του κατάλληλου μεγέθους είναι διαφορετικός από όλα τα παραπάνω. Καταρχήν απαιτείται μια πρώτη επαφή σε πίστα ή στο πεδίο και σχετική συζήτηση.  


   Το Φάρδος του υποδήματος

   Πάμε λοιπόν στο επόμενο θέμα, το φάρδος του υποδήματος. Η διαφορά στην απόλυτη μέτρηση του πλάτους, από το ένα νούμερο στο άλλο, δεν είναι τραγική αλλά εκείνο που αλλάζει δραματικά είναι ο συνολικός εσωτερικός όγκος.  
   Επίσης, άλλα μοντέλα είναι γενικώς φαρδύτερα, ή στενότερα, και, άλλα μοντέλα είναι πιο φαρδιά ή πιο στενά μπροστά, η συνηθέστερη περίπτωση στα ορειβατικά για πεζοπορία ή τρέξιμο. 


   Ένας κατασκευαστής χρησιμοποιεί διάφορα καλούπια, άρα αυτό που ερευνούμε είναι κυρίως ανάμεσα στα μοντέλα των παπουτσιών, περισσότερο, και λιγότερο τη διαφορά μεταξύ κατασκευαστών. Αν και σε γενικές γραμμές ο καθένας μας με τον καιρό δημιουργεί μια γενική ιδέα πόσο του ταιριάζουν κάποιοι κατασκευαστές σε σχέση με κάποιους άλλους. Σε αυτή την έρευνα, βοηθά πολύ ένας πωλητής.

   Η μεγαλύτερη περιπλοκότητα και οι μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις των μοντέλων (καλουπιών) και των κατασκευαστών, στο θέμα "μέγεθος", είναι στον εσωτερικό όγκο του υποδήματος, είτε συνολικά είτε στα διάφορα σημεία. Οι διαφοροποιήσεις των καλουπιών στο μήκος είναι το δεύτερο πρόβλημα.

   Στην πράξη, τα προβλήματα στο φάρδος τα αντιμετωπίζουμε περισσότερο σε δύο σημεία. Στον χώρο για τα δάχτυλα, συνήθως στα πλάγια και κάποιες φορές προς τα πάνω, και, στον χώρο της φτέρνας, η οποία με δεμένα τα κορδόνια δεν πρέπει να σηκώνεται ιδιαίτερα (το εντελώς καθόλου ή το πολύ, δημιουργούν πληγές), και σίγουρα δεν πρέπει να βγαίνει το δεμένο παπούτσι από το πόδι μας.

   Οι άνδρες που φορούν μικρά νούμερα, 
αν στο μήκος που τους ενδιαφέρει, το παπούτσι τους πέφτει φαρδύ, μπορούν να δοκιμάσουν και τα γυναικεία νούμερα. Τα γυναικεία στο ίδιο μήκος με τα ανδρικά (όσον αφορά τη μέτρηση), διαφέρουν μόνο στον όγκο, και σε πολλές μάρκες έχουν χρώματα που είναι αξιοπρεπή για ανδρική χρήση. 

   Όσοι δεν βρίσκουν εύκολα παπούτσι για φαρδύ πόδι, ας δοκιμάσουν και τις Αμερικάνικες μάρκες. Οι πέραν του Ατλαντικού, μάλιστα, αυτοχαρακτηρίζονται σαν "πλατύποδες" και ανάλογα λειτουργούν οι εταιρείες κατασκευής. Φαρδιές, επίσης, είναι και κάποιες Γερμανικές μάρκες.

   Τα "νορμάλ" μοντέλα στο πλάτος ή και πιο στενά, ή "model like" αμερικανιστί, συναντώνται συνήθως στις Ιταλικές μάρκες. Οι οποίες (παρεμπιπτόντως) τραβούν μεγάλα ζόρια στην "μετάφραση" των μεγεθών τους στη δελεαστική αμερικανική αγορά, από την κλίμακα EU στην κλίμακα US, όμως εξισσοροπώντας με την μεγάλη φήμη που έχουν τα ευρωπαϊκά ορειβατικά μοντέλα. 


   Δοκιμή εφαρμογής
 
   Όπως λένε όλοι, και είναι σωστό, πάμε στο κατάστημα τις ώρες που ξέρουμε οτι τα πόδια μας είναι πιο "φουσκωμένα", συνήθως αργά το απόγευμα, και έχουμε φέρει μαζί μας τις κάλτσες που φοράμε στο βουνό. Αν είμαστε ακόμη αρχάριοι πιθανόν φοράμε κάλτσες πολύ χοντρές ή και διπλές ακόμη, σαν να προπονούμαστε για backpackers στην Αριζόνα. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει αυτό που βολεύει εμάς, και η πείρα θα φέρει τα υπόλοιπα.

   Βάλαμε λοιπόν το παπούτσι, τέλειο, μας πάει και γάντι, αλλά... ακόμη δεν ξέρουμε τίποτα στην πραγματικότητα. 

   Τα ορειβατικά λειτουργούν διαφορετικά, λόγω σκληρότητας και δομικής κατασκευής, από τα απλά παπούτσια πόλης. Επίσης, με τα παπούτσια πόλης δεν διανύουμε μεγάλες αποστάσεις ούτε ανώμαλα εδάφη όπου το παπούτσι θα εφάρμοζε στρεπτικές τριβές και καταπονήσεις στο πόδι και τα δάχτυλα.

   Για αρχή, βγάζουμε τους των παπουτσιών, τους αφήνουμε στο έδαφος, και τους πατάμε όρθιοι. Προσοχή, αυτή η δοκιμή είναι ένας οπτικός έλεγχος ενδεικτικός μόνο για την περιοχή των δακτύλων. Ρίχνουμε μια ματιά, για να πάρουμε μια ιδέα, πόσο μακρύτεροι είναι οι πάτοι από τα δάχτυλά μας (κατα περίπου αναλογία, πρέπει να είναι από 10 χιλιοστά μακρύτεροι στα μικρά νούμερα μέχρι 15 στα μεγάλα), και για το γενικότερο περίγραμμα των ποδιών μας σε σχέση με τους πάτους μόνο στην περιοχή των δακτύλων. 


    Στη συνέχεια, βάζουμε πάλι τους πάτους στα παπούτσια, τα φοράμε, και τα δένουμε αφού σφίξουμε τα κορδόνια (ή τα ταχυκορδόνια) ξεκινώντας από την μύτη του παπουτσιού μέχρι πίσω. Δηλαδή δεν τραβάμε με μία κίνηση τα κορδόνια για να σφίξουν ταυτόχρονα σε όλο το μήκος. 
   Αναζητάμε μια ειδική επιφάνεια στο κατάστημα για να την περπατήσουμε μερικές φορές, ώστε να δούμε αν χτυπάνε τα δάχτυλα στο παπούτσι μπροστά, αλλά και για να πάρουμε μια πρώτη ιδέα για την συμπεριφορά του παπουτσιού στο πόδι μας.

   Αν δεν υπάρχει ειδική επιφάνεια.


   Αν δεν υπάρχει τέτοια επιφάνεια δοκιμών, τότε κάνουμε κάτι άλλο, όχι δεν ανεβαίνουμε και κατεβαίνουμε τις σκάλες του καταστήματος. Για διάφορους λόγους, αυτό δεν δίνει σαφή εικόνα. Χρειαζόμαστε μια κεκλιμένη επιφάνεια την οποία τώρα μάλλον δεν έχουμε. 
 
   Αρχίζουμε λοιπόν να βαδίζουμε στο συνηθισμένο πάτωμα (1) ρίχνοντας το βάρος στο πίσω κάθε φορά πόδι (2) το οποίο, ταυτόχρονα, λυγίζουμε κάπως, (3) με ρυθμό περίπου 2 βήματα το δευτερόλεπτο (δηλαδή σχετικά γρήγορα). Αυτό όσον αφορά τα δάχτυλα μπροστά, αναφερόμενοι σε σκληρά παπούτσια όπως είναι τα ορειβατικά, θα μας δώσει μια αρκετά καλή εικόνα ελλείψη άλλων μέσων.

   Στη συνέχεια, επανερχόμαστε στην κανονική στάση βάδισης και περπατάμε σβέλτα σε ευθεία, κάνοντας (1) γρήγορα (2) 5-6 μεγάλα βήματα. Αυτό θα μας δείξει τρία πράγματα, το πόσο φαρδύ ή στενό είναι για το πόδι μας, το πως και πόσο "παίζει" η φτέρνα μας (εδώ θα φανούν και τα προβλήματα εφαρμογής κάποιων ταχυ-κορδονιών), και άρα, πόσο σφιγμένο απαιτείται να έχουμε το παπούτσι για να πετύχουμε την καλύτερη εφαρμογή του. Αν το απαιτούμενο σφίξιμο ώστε να "κάθεται" σωστά το συγκεκριμένο παπούτσι, είναι υπερβολικό για το δικό μας πόδι, ή αν "παίζει" πολύ η φτέρνα μας, ή αν νιώθουμε ενόχληση σε κάποια σημεία, τα οποία εκτιμούμε ότι δεν θα "στρώσουν", ή αν κάτι μας απασχολεί στην περιοχή των δαχτύλων, τότε δεν είναι κατάλληλο για εμάς.


Κατηγορίες

   Οι κατηγορίες των ορειβατικών παπουτσιών στα Ελληνικά, απλά... δεν υπάρχουν. Εννοώ ότι δεν υπάρχουν ως ονομασίες. Έχουν επικρατήσει λοιπόν οι αντίστοιχες αγγλικές.

   Το θέμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο γιατί τα τελευταία πολλά χρόνια σε αυτές τις ονομασίες κατηγοριών έχουν υπεισέλθει διάφορες έννοιες από τις κατασκευάστριες εταιρείες, κάθε μία ίσως εννοεί κάτι άλλο. Όλο αυτό το σκηνικό κάνει αρκετά δύσκολο το να περιγράψει κανείς τα πράγματα με ένα σαφή τρόπο.


   Όσον αφορά την επιλογή της κατηγορίας χρήσης που αναφέρουμε εδώ, ο χρήστης πρέπει να αποφασίσει μαζί και την και το επίπεδο

   Παπούτσια για trekking
   Trekking είναι η πεζοπορική δραστηριότητα σε οποιοδήποτε ανώμαλο έδαφος, σε βουνό ή όχι.
   Άλλες εταιρείες εννοούν ακριβώς την αρχική σημασία του όρου, και άλλες εννοούν απλά το πολύωρο περπάτημα στη φύση.

   Παπούτσια για hiking
   Hiking κανονικά είναι η πεζοπορική δραστηριότητα αναβάσεων (hike = ανεβαίνω, ή και σκαρφαλώνω), και η εκτός μονοπατιού, και γενικά στη δική μας περίπτωση εννοούμε την ορειβατική ανάβαση όσο αυτή δεν είναι σε ιδιαίτερα αναρριχητικές διαδρομές. Κάποια περίοδο, μάλιστα, ο όρος hiker σήμαινε και τον ορειβάτη-αναρριχητή. Ενώ τώρα σε πολλά λεξικά θα τον βρείτε σαν... απλό πεζοπόρο.
   Στη διαδρομή του όρου, άρχισε να ανακατεύεται και το αρχικά Σκωτσέζικης προέλευσης hill hiking (σαν αντιδιαστολή στην ορειβασία "υψηλού βουνού" - mountaineering), και είναι τότε που το εννοιολογικό ανακάτεμα άρχισε να περνάει σιγά-σιγά και στην εμπορική ορολογία.
   Στην εποχή μας, άλλες εταιρείες εννοούν ως hiking τα παπούτσια για πορεία σε μονοπάτι, για σύντομες διαδρομές και μικρό φορτίο, άλλες εννοούν το πεζοπορικό παπούτσι γενικά (για περπάτημα γενικώς), άλλες το γεροδεμένο παπούτσι για οποιοδήποτε ορεινό έδαφος για ημερήσιες διαδρομές, και άλλες εννοούν απλά το ελαφρύ ορειβατικό παπούτσι γενικώς και αορίστως. Αν σας ενδιαφέρει η τελευταία περίπτωση ρίξτε μια ματιά και στην κατηγορία "ορεινού τρεξίματος".
   Προσωπικά, έχω βγάλει άνετα πολυήμερες διαδρομές σε δύσκολα εδάφη και μικρά ή μεγάλα υψόμετρα με χαμηλά hiking, στα οποία προσαρμόζονται και γκέτες και κραμπόνς. Όμως υπόψη, έχουν αρχίσει να εκλείπουν τα μοντέλα αυτού του είδους, στην ουσία γεροδεμένες εκδόσεις χαμηλού βάρους με όλα τα σωστά χαρακτηριστικά και για εκτός μονοπατιού δραστηριότητες. Πλέον, όλο και περισσότερο, η πλειοψηφία στα hiking είναι ένα πάντρεμα "ορεινού τρεξίματος" με πεζοπορικά στοιχεία, δηλαδή κάτι πιο ανάλαφρο από πριν. Δυστυχώς αυτό προήλθε από τη "φαεινή" έμπνευση δύο μεγάλων εταιρειών, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν και οι άλλες, παρ'όλο που πολλοί ορειβάτες στο εξωτερικό χρησιμοποιούν χαμηλά ή ημίμποτα hiking και για δραστηριότητες σαν αυτές που είπα πριν.

   Παπούτσια για backpacking
   Backpacking είναι η πεζοπορία με μεγάλο φορτίο ή σακίδιο σε πολυήμερες διαδρομές. Σαν ορολογία δεν απασχολεί αν είναι στην έρημο, στον κάμπο, ή στο βουνό. Κανονικά το backpacking έχει υποκατηγορίες ανάλογα το έδαφος και τη γενικότερη φύση της διαδρομής.
   Τελικά, εμπορικά, επικράτησε ως όρος για το γεροδεμένο βαρύ παπούτσι, κατα προτίμηση για χρήση σε δρόμους και μονοπάτια, που παρέχει καλή στήριξη σε μεγάλα φορτία.
   Μερικοί κατασκευαστές τα παπούτσια για backpacking τα συμπεριλαμβάνουν στην κατηγορία trekking.

   Παπούτσια για trail
   Μια εμπορική κατηγορία που θα συναντήσετε σε κάποιες εταιρείες είναι τα "παπούτσια trail". Εδώ η κατάσταση είναι αχταρμάς.
   Άλλες εταιρείες εννοούν μοντέλο hiking αλλά με πιο ήπια χαρακτηριστικά, δηλαδή για μονοπάτι, αλλά το θέμα είναι τι εννοεί ως μονοπάτι η κάθε μία. Στις Άλπεις θα βρείς και μονοπάτια σαν πεζοδρόμια από χώμα, θα βρεις και άγρια ασβεστολιθικά μονοπάτια όπως είναι πολλά της Πάρνηθας. Άλλες δεν έχουν κάνει έρευνα στον τομέα hiking και απλά φτιάχνουν ένα μοντέλο που ονομάζουν "trail" (trail = μονοπάτι ή πατημένη διαδρομή) για να αποφύγουν τις μεγάλες απαιτήσεις. Άλλες ονομάζουν έτσι την πιο ελαφριά έκδοση ενός ορειβατικού μοντέλου που έχουν σε άλλη κατηγορία. Άλλες εννοούν ένα πιο ελαφρύ μοντέλο backpacking. Άλλες εννοούν οτι είναι γενικής πεζοπορίας, που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση, για την οποία ρίξτε επίσης μια ματιά για ανάλογα μοντέλα και στα hiking και στα ορεινού τρεξίματος.

   Παπούτσια για climbing
   Climbing εμπορικά σήμερα λέγεται η αναρρίχηση, και εννοούμε εδώ τα ελαφρά παπούτσια των αναρριχητών. Με αυτά μη διανοηθείτε να περπατήσετε οτιδήποτε άλλο εκτός από μια αναρριχητική διαδρομή.
Υπόψη, το μέγεθος για το δικό μας πόδι σε αυτή την κατηγορία προκύπτει μετά από μια πρώτη επαφή σε πίστα ή στο πεδίο, και σχετική συζήτηση.

   Παπούτσια για approach
   Approach σημαίνει προσέγγιση. Ο όρος ξεκίνησε με έννοια την προσέγγιση σε μια αναρριχητική διαδρομή, στην πορεία του όρου άρχισε να εννοείται και η προσέγγιση προς ένα βουνό γενικά ή μια διαδρομή μεγαλύτερων απαιτήσεων όπου στη συνέχεια κάποιος θα φορέσει κάτι πιο εξειδικευμένο.
   Έτσι πλέον, άλλα approach είναι κοινά αθλητικά με ενισχυμένη σόλα, άλλα είναι ελαφριά παπούτσια ημέρας για το βουνό, άλλα είναι για να φτάσει κανείς μέχρι την ορθοπλαγιά στην γενική πορεία του προς αυτήν, και πάει λέγοντας.
   Πάντως, αν σκέφτεστε κάτι σχετικά "ελαφρύ" για ημερήσιες διαδρομές στο βουνό, ψάξτε ανάλογα μοντέλα στην κατηγορία hiking, ή στην mountain running. Είναι πολύ πιθανό τα approach να μην σας ικανοποιήσουν σε μακριές διαδρομές σε ορεινό έδαφος ή σε πετρώδεις διαδρομές "σπαστήρια" όπως είναι πολλές στην Πάρνηθα. Επίσης, όπως και στα running έτσι και εδώ, είναι λίγα τα αδιάβροχα μοντέλα.

   Παπούτσια για mountaineering
   Mountaineering λέγεται η ορειβασία υψηλού βουνού. Οι δε αντίστοιχες μπότες, με τα σημερινά υλικά, μοιάζουν άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο με τις μπότες του σκι. Στον τομέα αυτό οι κατασκευαστές δεν έχουν εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Τα μοντέλα mountaineering είναι σε ύψος μπότας, εκτός από λίγα μοντέλα μικτής χρήσης που είναι σε ύψος ψηλού ημίμποτου. Στην ορειβασία υψηλού βουνού, με τις μπότες για mountaineering γίνεται και η αναρρίχηση.

   Παπούτσια για Trail/Mountain Running
   Δηλαδή, στα ελληνικά, "παπούτσια ορεινού τρεξίματος" όπως είναι η κρατούσα μετάφραση. Κάποτε η διαφορά μεταξύ trail και mountain είχε σημασία στην κατηγορία αυτή αλλά πλέον ο όρος εμπορικά είναι ενιαίος.
   Οι διαφοροποιήσεις στα μοντέλα είναι κυρίως στις αποστάσεις για τις οποίες προορίζονται. Δευτερευόντως, υπάρχουν κάποια μοντέλα αρκετά πιο σκληρά ή πιο μαλακά από άλλα, άλλα μοντέλα με καλύτερη πλευσιμότητα στα σαθρά, κλπ.
   Αρκετοί, για μικρές διαδρομές ορειβατικής πεζοπορίας χωρίς βαρύ σακίδιο προτιμούν παπούτσια αυτής της κατηγορίας. Υπόψη όμως ότι δεν υπάρχουν πολλές επιλογές σε αδιάβροχα μοντέλα.
   Όμως αν πράγματι τα θέλετε για τρέξιμο καλό είναι για κάθε μοντέλο να έχετε κάνει κάποια σχετική έρευνα ρωτώντας άλλους δρομείς.
   Αρκετά σχετική με αυτή την κατηγορία είναι και η ενότητα "Το drop" πιο κάτω. 


Η σόλα

   Η σόλα είναι η κατασκευή που έρχεται σε επαφή με το έδαφος. Είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας που πολλοί κατασκευαστές εμπιστεύονται άλλους κατασκευαστές που ειδικεύονται αποκλειστικά στις ορειβατικές σόλες.

   Το υλικό 

   Στις μέρες μας το υλικό είναι συνθετικό με βάση το τεχνητό καουτσούκ σε διάφορα μίγματα. Από μόνο τεχνητό καουτσούκ μέχρι μίγμα μεγάλης περιεκτικότητας σε λάστιχο και άλλα υλικά. 

   Εδώ υπάρχει ένας γενικός κανόνας. Όσο πιο αντιολισθητικό είναι το υλικό μιας σόλας τόσο ευκολότερα και γρηγορότερα φθείρεται. 


   Το αχνάρι, το μοτίβο, το πάτημα της σόλας (pattern) 

   Κοιτώντας τη σόλα από κάτω βλέπουμε το γνωστό σχέδιο με τις οδοντώσεις (lugs). Αυτές χρειάζονται για το καλύτερο πιάσιμο της σόλας στις επιφάνειες και τη μειωμένη ολισθηρότητα στο βρεγμένο ή το σαθρό. Κάθε σόλα ανάλογα με τη χρήση έχει ένα δικό της μελετημένο σχέδιο που, χοντρικά αναφέρω, έχει μελετηθεί σε ποιά σημεία θα πέφτει το κυρίως βάρος του πεζοπόρου, σε ποιά θα χρειαστεί να πατήσει σε μικρή επιφάνεια, και σε ποιά θα χρειαστεί να "δουλέψει υπό γωνία" ανάλογα την κατηγορία του υποδήματος.

   Ας πούμε, βλέπουμε συχνά στην περιοχή της μύτης προς την εσωτερική πλευρά μια σχετικά επίπεδη επιφάνεια της σόλας. Το σημείο αυτό χρησιμοποιείται στα μικρά πατήματα της αναρρίχησης.

   Μια άλλη κατασκευαστική παράμετρος στο πέλμα είναι η ευκολία που απορρίπτει κομμάτια λάσπης και σφηνωμένα χαλίκια. Πάντα ανάλογα την κατηγορία χρήσης.

   Μια ακόμη παράμετρος είναι η πλευσιμότητα που αναπτύσσει η σόλα σε σαθρές επιφάνειες. Και εδώ ενδιαφέρει η κατηγορία χρήσης, και είναι μια ιδιότητα που προέρχεται από τη συνολική συμμετοχή του υποδήματος, όχι μόνο αποκλειστικά από την κατασκευή της σόλας. Η πλευσιμότητα ενδιαφέρει όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα βάδισης ή τρεξίματος.

   Η καμάρα

   Η σόλα στα ορειβατικά παπούτσια έχει πάντα "καμάρα". Η καμάρα βοηθά:
    -  στην καλύτερη κατανομή της πίεσης στο έδαφος
    -  στο ελεγχόμενο φρενάρισμα της ορμής
    -  στην αποφυγή της ολίσθησης
    -  στην τοποθέτηση του αναβολέα της γκέτας
    -  στην ελκτική λαβή, συνήθως εκμεταλλευόμενοι ανωμαλίες του εδάφους
    -  σε μικρά πατήματα στο μέσον του πέλματος, πχ σε πέτρες ή στις via-ferrata.

    Δεν έχουν καμάρα μόνο κάποια μοντέλα του mountain running.

    Επίσης, με καμάρα ή χωρίς, στην περιοχή αυτή εφαρμόζεται η όποια κατασκευαστική τεχνική ακολουθεί ο κάθε κατασκευαστής για την μείωση της στρεπτικότητας (torsional) στον διαμήκη άξονα, ανάλογα και την ειδικότερη χρήση κάθε υποδήματος.

   Η ακαμψία 

   Η ακαμψία της σόλας, διαφόρων βαθμών, χρειάζεται όταν θέλουμε να έχουμε και μικρά πατήματα ενώ δεν φοράμε αναρριχητικά ή βολικά για κάτι τέτοιο παπούτσια. 
   Επιπλέον, η ακαμψία της σόλας βοηθά:
     - στα δύσκολα περιβάλλοντα και εδάφη
     - να ανοίγονται βήματα στο χιόνι, τον πάγο, το χώμα, με τη μύτη ή το τακούνι ή το πλευρό
     - στη χρήση ορειβατικών κραμπόν
     - στο να προστατεύεται ακόμη περισσότερο το πόδι χαμηλά από κακώσεις.

   Η ακαμψία ανάλογα τον επιδιωκόμενο βαθμό, επιτυγχάνεται με το πάχος και τη σκληρότητα των υλικών, τα στρώματα των υλικών στη σόλα, τη συνολική κατασκευή του υποδήματος, και πάνω απ'όλα στην απόλυτη μορφή, με την κατασκευαστική τοποθέτηση λάμας (μεταλλικής, ή συνθετικής σε πιο ήπιες περιπτώσεις) κατά μήκος της σόλας στο εσωτερικό.


Όσο πιο άκαμπτη είναι μια σόλα τόσο περισσότερο πρέπει να είναι ψηλό το υπόδημα, πχ η ύπαρξη ισχυρής λάμας προϋποθέτει τουλάχιστον ψηλό ημίμποτο, ώστε ο χειρισμός να είναι ευχερής.

   Όσο πιο άκαμπτη είναι μια σόλα, και η ορειβατική μπότα γενικότερα, τόσο περισσότερη εξάσκηση χρειάζεται στη χρήση της. 
   Στην αρχή φαίνεται δύσκολο να περπατήσει κανείς με αξιώσεις. Σταδιακά συνηθίζοντας την κατάλληλη χρήση των γοφών και των γονάτων, και τη σχετική ακινητοποίηση των αστραγάλων, φτάνει να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις και χρόνους πορείας. Με φορτίο, σε δύσκολα εδάφη και συνθήκες. Σε τέτοιο βαθμό που ο εξασκημένος θεωρεί, σωστά, οτι δεν υπάρχει καλύτερο υπόδημα για τέτοιες απαιτήσεις.

    Μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι οι αλπικές άκαμπτες μπότες πλήρους ύψους. Η συνολική κατασκευή είναι άκαμπτη όπως οι μπότες του σκι. Φοριούνται σε εξειδικευμένες χρήσεις και αποστολές. 
   Αντίθετα ας πούμε, ένα ψηλό ημίμποτο με λάμα, από έναν εξασκημένο φοριέται άνετα και σε χαμηλό βουνό σε διάφορα εδάφη και μεγάλες ή μικρές απαιτήσεις.


Η μεσόσολα

    Η μεσόσολα πριν πολλά χρόνια ήταν απλά ένα κομμάτι δέρμα πάνω από τη σόλα, και ίσως στα όχι τόσο σκληρής χρήσης ένα ακόμη κομμάτι από φελό, πάνω από τα οποία έμπαινε ο πάτος. Τώρα πλέον η πλειοψηφία έχει για μεσόσολα ένα συνθετικό στρώμα. Η επιλεγόμενη πυκνότητα του υλικού της μεσόσολας στην κατασκευή εξαρτάται από δύο παράγοντες σχετικούς με την προοριζόμενη χρήση, το αναμενόμενο φορτίο και το είδος του εδάφους.
    Η προσπάθεια στον σχεδιασμό της μεσόσολας είναι να παρέχει μια χρυσή τομή ανάμεσα στην άνεση της υποδοχής του φορτίου και τις απαιτήσεις των συνθηκών στις διάφορες επιφάνειες στο βουνό.
    Σε ένα παπούτσι που δοκιμάζουμε έχουμε την πλήρη εικόνα συμπεριφοράς και ποιότητας της μεσόσολας, σαν δομή και σαν υλικό, όταν τελικά περπατήσουμε στο έδαφος για το οποίο σχεδιάστηκε, δηλαδή στο βουνό. Η αίσθηση που θα έχουμε στην πόλη δεν θα είναι πλήρως αντιπροσωπευτική ώστε να την κρίνουμε.


Ο εσωτερικός πάτος

    Στο θέμα των εσωτερικών πάτων η κατάσταση είναι μύλος.
    Συνήθως είναι αφαιρούμενοι.
    Συνήθως έχουν κατασκευή τέτοια που διευκολύνει τον αερισμό του πέλματος.

    Πάντως είναι το πρώτο που θα εξετάσετε, πριν από άλλες λύσεις, αν ίσως με τη ρύθμιση ή την αλλαγή του μπορεί να βελτιωθεί μια προβληματική εφαρμογή υποδήματος.

    Αλλάζουμε τους πάτους ει δυνατόν κάθε χρόνο (αρκετές εταιρείες αναφέρουν "κάθε έξη μήνες").
    Όλοι οι πάτοι πλένονται με σαπούνι (καλύτερα γενικής χρήσης σε σκόνη), χλιαρό νερό, πολύ μαλακή βούρτσα (περίπου όσο μαλακό είναι ένα πινέλο ξυρίσματος), και ξέπλυμα με άφθονο νερό.

    Εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Τα σωστά ορειβατικά παπούτσια πρέπει να έχουν αφαιρούμενους πάτους. Αυτό βοηθά:
  - σε διάφορες αλλαγές και προσωπικές ρυθμίσεις
  - στην επιθεώρηση, στον καθαρισμό, και στο στέγνωμα
  - στην αλλαγή πάτων όταν τα ορειβατικά παπούτσια έχουν βραχεί εσωτερικά ώστε κάπως, μαζί με αλλαγή στις κάλτσες, να μπορούμε να συνεχίσουμε (ενώ η αναμονή για στέγνωμα των παπουτσιών απαιτεί τουλάχιστον 48ω σε ιδανικές συνθήκες).
     Στα παραπάνω αποτελούν εξαίρεση μόνο ορισμένα μοντέλα των κατηγοριών mountaineering και running όπου, για ειδικούς λόγους, οι πάτοι δεν είναι αφαιρούμενοι.


Αδιαβροχότητα

    Η αδιαβροχότητα στα παπούτσια είναι μεγάλο κεφάλαιο, και με μεγάλη σχετικότητα και παρανοήσεις. Το καλύτερο σε αυτό το θέμα είναι η προσωπική εμπειρία που αποκτά κάποιος στη χρήση.

    Ας πούμε πρώτα τα τυπικά. Τα ορειβατικά παπούτσια μπορεί να είναι:

  - Μη αδιάβροχα.
  - Μερικώς αδιάβροχα. Δηλαδή με μια περιμετρική ζώνη χαμηλά, προστασίας από την εισχώρηση νερού και από τη λάσπη, και γενικότερα θα έχουν κάποιο εξωτερικό υλικό που αποτρέπει την εισχώρηση του νερού έως κάποιο βαθμό.
  - Πλήρως αδιάβροχα, και ταυτόχρονα, με εξασφαλισμένη την διαπνοή του ποδιού με κάποιο τρόπο ή τεχνολογία.

Στα παραπάνω, κάποιος θα ήθελε να συνδέσει την κάθε κατηγορία με ανάλογη δυνατότητα διαπνοής, αλλά στις μέρες μας, η τεχνολογία έχει κατορθώσει ώστε σε αρκετά μοντέλα η μεγάλη ή μικρή διαπνοή να μην είναι απαραίτητα σχετική με την μικρή ή μεγάλη αδιαβροχότητα, για αυτό και αποφεύγω να κάνω τη σύνδεση μεταξύ αδιαβροχότητας και διαπνοής μιλώντας γενικά.

Η αδιαβροχότητα εξασφαλίζεται με έναν από 3 τρόπους, ή με κάποιο συνδυασμό αυτών.
      (1)  Με το εξωτερικό υλικό κατασκευής και την κατασκευή των ραφών. Αν δεν πρόκειται για γαλότσες, ή ανάλογα υποδήματα, εδώ η "αδιαβροχότητα" εννοείται σαν μια κάποια ανθεκτικότητα στο βρέξιμο, και δεν πρόκειται για πλήρη αδιαβροχότητα πολύωρης χρήσης.
      (2)  Με εφαρμογή κάποιου επιπλέον υλικού, από τον χρήστη, πάνω στο εξωτερικό υλικό και τις ραφές του, πχ ειδικό κερί ή ειδικό λάδι ή σιλικονούχα σπρέι. Επάλειψη με κερί (η καλύτερη περίπτωση για ορεινές συνθήκες) γινόταν στις παλιές ορειβατικές δερμάτινες μπότες. Τέτοια παπούτσια, δερμάτινα με εξωτερική αδιαβροχοποίηση από τον χρήστη, υπάρχουν και σήμερα αλλά είναι σπάνια μοντέλα.
      (3)  Με από κατασκευής εσωτερική αδιάβροχη μεμβράνη, με ταυτόχρονη δυνατότητα διαπνοής της μεμβράνης, μεταξύ της φόδρας και του εξωτερικού υλικού.

    Το εξωτερικό υλικό μπορεί να είναι δέρμα ή συνθετικό.

    Στα παπούτσια με αδιάβροχη μεμβράνη δεν εφαρμόζουμε, οι χρήστες, επιπλέον υλικά στεγανοποίησης.
    Οπωσδήποτε, πριν την εφαρμογή κάποιας εξωτερικής στεγανοποίησης από εμάς, πρέπει να έχει ελεγχθεί τι αναφέρει ο κατασκευαστής για την αδιαβροχότητα του υποδήματος, και, τι αναφέρει για το εξωτερικό υλικό κατασκευής.
    Το υλικό αδιαβροχοποίησης, αν θέλει ο χρήστης να χρησιμοποιήσει κάτι τέτοιο, πρέπει να είναι κατάλληλο για το εξωτερικό υλικό κατασκευής.

    Η εσωτερική αδιάβροχη μεμβράνη, όσον αφορά την αρχή της λειτουργίας της, επιτρέπει να βγαίνουν οι υδρατμοί του ιδρώτα και ταυτόχρονα απαγορεύει να μπαίνει το νερό. Στην πράξη αυτό μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε. Δηλαδή μπορεί να σημαίνει, ανάλογα την κάθε μεμβράνη και ανάλογα τον χρήστη, τέλεια στεγανοποίηση με άνεση στα πόδια χωρίς σημαντική εφίδρωση έως και πόδια συνεχώς ιδρωμένα.
    Επίσης, στην πράξη, μια αδιάβροχη μεμβράνη εκτός από την άμεση ποιότητα στην απόδοση της χαρακτηρίζεται και από την μακροπρόθεσμη ποιότητα στην αντοχή της, γιατί σε ένα παπούτσι μετά από χιλιάδες βήματα κάθε μεμβράνη παρουσιάζει διαφορετικό βαθμό φθοράς.


   Σε γενικές γραμμές οι αδιάβροχες μεμβράνες, η δική μου παρατήρηση και εμπειρία λέει, όσον αφορά την αυξημένη θερμοκρασία, ότι ανάλογα τα παπούτσια αρχίζουν σταδιακά να ενοχλούν τους χρήστες σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος από 18ºC και πάνω. Αυτό συμβαίνει κατά περίπτωση υποδήματος, και οφείλεται κυρίως στον συνδιασμό της μεμβράνης και του υλικού κατασκευής, παρά στην μεμβράνη καθαυτή. Έτσι, μπορεί να βρείτε ένα παπούτσι με μεμβράνη υψηλής διαπνοής που όμως να είναι ανυπόφορο το καλοκαίρι, λόγω των άλλων υλικών κατασκευής του, ή ένα με μεμβράνη "γενικής χρήσης" που παρόλαυτα να είναι υποφερτό το καλοκαίρι αλλά να είναι πάγος τον χειμώνα, πάλι λόγω των υλικών κατασκευής του παπουτσιού.

   Οι μεμβράνες είναι σε τρείς γενικά κατηγορίες (ονομασίες τύπου που καθιέρωσε η goretex). 
  - Οι μεμβράνες υψηλότερης διαπνοής, τύπου Extended ή τύπου Surround, που θα ήταν περίπου λάθος να τις πούμε "καλοκαιρινές" γιατί το κύριο στο θέμα της αυξημένης θερμοκρασίας είναι το υλικό κατασκευής του παπουτσιού. Υπάρχει μια τάση να τις λέμε καλοκαιρινές γιατί οι περισσότεροι έχουμε μια ανάλογα υψηλότερη εφίδρωση το καλοκαίρι, κυρίως κάτω από τα 1.500μ υψόμετρο, αλλά αυτό δεν αφορά όλους τους χρήστες, είτε σαν ποσοστό ατομικής εφίδρωσης είτε και σαν χρόνος συνεχούς χρήσης. Κάθε χρήστης, οποιαδήποτε εποχή, χρησιμοποιεί τα παπούτσια στο βουνό με διαφορετική ένταση και διάρκεια δραστηριότητας.
  - Η μεμβράνη τύπου Performance, που είναι η συνήθης και πιο διαδεδομένη.
  - Η μεμβράνη τύπου Insulated για μεγάλο ψύχος.  

   Οπότε, τα κριτήρια στην επιλογή από εμάς σαν χρήστες, είναι δύο πράγματα. Το πόσο θεωρούμε, από την εμπειρία μας, ότι τα πόδια μας ιδρώνουν λιγότερο ή περισσότερο σε σχέση με των άλλων (ζητούμενο επίπεδο διαπνοής άρα και τύπου μεμβράνης), και, το επίπεδο επιθυμητής θερμομόνωσης άρα τι εποχής παπούτσια θέλουμε, πχ hiking ή mountaineering για καλοκαίρι, ή trekking για χειμώνα, κλπ (βλ ).

   Το συνολικό θέμα σε όλα τα παραπάνω, είναι μια από τις αιτίες που δεν υπάρχουν πολλά αδιάβροχα μοντέλα στην κατηγορία ορεινού τρεξίματος, διότι έτσι και αλλιώς ο δρομέας θα χρησιμοποιήσει τα παπούτσια για σχετικά μικρό χρόνο (συνήθως), σε έντονη σωματική δραστηριότητα όπου το βρέξιμο είναι παράγοντας μειωμένης αλλά και αμφιλεγόμενης σπουδαιότητας, και επίσης, χωρίς τις μεμβράνες μειώνεται ακόμη περισσότερο το βάρος του υποδήματος. 

    Όσον αφορά ημερήσιες πεζοπορικές διαδρομές που καταλήγουν σε προστατευμένο περιβάλλον, το να βραχεί ένα παπούτσι που δεν είναι αδιάβροχο ενώ κατα τα λοιπά είναι ορειβατικής κατασκευής, δεν είναι τρομερό θέμα, ούτε για το παπούτσι ούτε για τον πεζοπόρο, με εξαίρεση τις ακραίες περιπτώσεις συνθηκών ψύχους και ανέμου. 

    Υπόψη ότι οι αδιάβροχες μεμβράνες αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από την ορειβατική κοινότητα όσον αφορά συνθήκες μεγάλου ψύχους, γιατί το πάγωμα του νερού, της λάσπης, ή του χιονιού πάνω στο παπούτσι οδηγεί στο φράξιμο των μικροπόρων της μεμβράνης. Στην πράξη, αυτό δεν θα το δείτε εύκολα γιατί η θερμότητα του ποδιού διατηρεί την μεμβράνη σε καλή κατάσταση διαπνοής, αλλά ίσως να το αντιμετωπίσετε σε πολυήμερες δραστηριότητες με μεγάλο ψύχος και διανυκτέρευση σε μη ιδανικές συνθήκες, πχ όπως σε ένα αντίσκηνο. Όμως ο σχεδιασμός στα περισσότερα παπούτσια με αδιάβροχη μεμβράνη, που προορίζονται για τέτοιες συνθήκες και πολυήμερες δραστηριότητες, έχει λάβει υπόψη του την περίπτωση του παγώματος της μεμβράνης, διοχετεύοντας τους ατμούς του ιδρώτα προς τα έξω με διάφορους τρόπους.

    Στην περίπτωση μεγάλου ψύχους, όπου πρέπει να συνεχίσουμε με εσωτερικώς βρεγμένα ορειβατικά παπούτσια, (1) στεγνώνουμε τα πόδια μας (2) βάζουμε στεγνές κάλτσες (3) αλλάζουμε τους πάτους των παπουτσιών, και (4) δεν καθυστερούμε να ξαναβάλουμε τα παπούτσια ώστε να μην προλάβει να παγώσει το εσωτερικό τους.
    Τα βρεγμένα στο εσωτερικό τους, ορειβατικά παπούτσια, κανονικά πρέπει να αφεθούν να στεγνώσουν, χωρίς τους πάτους και τα κορδόνια, σε ιδανικές συνθήκες για τουλάχιστον 48 ώρες. Το στέγνωμα των ορειβατικών παπουτσιών δεν γίνεται στον ήλιο ή πολύ κοντά σε έντονες πηγές θερμότητας, πχ όπως είναι μια φωτιά, ένα τζάκι, ή μια θερμάστρα.


Rand και ενισχύσεις

    Οι ενισχύσεις είναι δύο ειδών. Οι δομικές και οι προστατευτικές.

    Όσον αφορά τις προστατευτικές, τα ορειβατικά παπούτσια οποιουδήποτε τύπου και χρήσης, έχουν κάποιες περιοχές που εισπράττουν σημαντική φθορά και κακώσεις. Η μία είναι η ζώνη γύρω από το παπούτσι ακριβώς πάνω από τη σόλα. Στη ζώνη αυτή οι κατασκευαστές εφαρμόζουν διάφορες λύσεις ανθεκτικότητας. Το πρόσθετο υλικό μπορεί να είναι καουτσούκ, ή κάποια συνθετική πλέξη, ή δέρμα, και το σημείο εφαρμογής μπορεί να είναι σαν ταινία κατα μήκος όλης της περιοχής (rand), ή κομμάτια μόνο στα πιό ειδικά σημεία, ή... τίποτα αν ο κατασκευαστής θεωρεί οτι επαρκεί το υλικό της συνολικής κατασκευής.

    Ένα ακόμη σημείο είναι η μύτη του παπουτσιού, όπου βρίσκουμε πάλι τα ίδια υλικά σε διάφορα μεγέθη.

    Μια ακόμη συνήθης προσθήκη, εκτός από κάποιες περιπτώσεις, είναι η μόνιμη σύνδεση της γλώσσας με τα πλευρά του παπουτσιού για καλύτερη απομόνωση του εσωτερικού. Η γλώσσα, επιπλέον, συνήθως έχει μια παχιά κατασκευή τέτοια που να επιτρέπει τη διασπορά των δυνάμεων από τα κορδόνια και το κέλυφος.
 
    Στις δομικές ενισχύσεις, οι συνηθέστερες είναι τρείς.  

    Στην καμάρα, πχ για το πάτημα σε επιφάνειες περιορισμένου σημείου, όπως σε πέτρες ή στις via ferrata. 
    Επίσης, στην περιοχή της καμάρας εφαρμόζεται η όποια τεχνική ακολουθεί ο κάθε κατασκευαστής για την μείωση της στρεπτικότητας (torsional) στον διαμήκη άξονα, ανάλογα και την ειδικότερη χρήση κάθε υποδήματος.

    Στη "θήκη" της φτέρνας, για την καλύτερη υποστήριξη στην ώθηση, την πλευρική σταθερότητα, την ελκτική ικανότητα της φτέρνας σε σκόπιμα σκαλώματα, και για την υποστήριξη στα μικρά πατήματα με τη μύτη. 

    Στα πλευρά, για την κατανομή των δυνάμεων από τα σημεία των κορδονιών προς το κέλυφος. Σε κάποιες περιπτώσεις οι ενισχύσεις από τα σημεία των κορδονιών αγκαλιάζουν το κέλυφος συνολικά περνώντας και από τη μεσόσολα.


Το drop

    Είναι η κατακόρυφη εσωτερική απόσταση από το επίπεδο της φτέρνας μέχρι το επίπεδο του πέλματος μπροστά. Σε τι μας απασχολεί, ακριβώς, αυτή η μέτρηση δεν θα σας το πει κανείς με σαφήνεια. Σε γενικές γραμμές απασχολεί αυτούς που τρέχουν, αλλά και εκεί συζητώντας, εκείνο που θα βγάλετε σαν συμπέρασμα είναι ότι ο καθένας έχει μια δική του σχέση και επιλογή στο "drop". Γενικά, τα ορειβατικά πεζοπορικά έχουν μεγαλύτερο drop από τα πιο αθλητικά (approach, τρεξίματος, κλπ).

    Προσωπικά διαπιστώνω ότι το μεγαλύτερο drop βοηθάει στο βηματισμό.
"Barefoot" running shoes
    Αντίθετα, φορώντας ένα ζευγάρι approach με χαμηλό drop, πριν κάποιους μήνες (τα οποία έχω πάνω από χρόνο), όταν έκανα μια πολύ απότομη εκτίναξη προς τα εμπρός για να αποφύγω κάτι, έπαθα τέτοια θλάση στη γάμπα που έμεινα στο κρεβάτι 1 μήνα, με άλλο τόσο για φυσιοθεραπείες
    Στην όλη συζήτηση περί "drop", θα βρείτε και τους "μοδάτους" που ευαγγελίζονται το φυσικό τρέξιμο (με μηδενικό drop) και μάλλον την προώθηση εκείνων των παπουτσιών που μοιάζουν σαν πατούσες ("Barefoot"). 

    Επίσης, το μικρό drop δεν βοηθάει στη μεταφορά φορτίου, πχ ένα σακίδιο με βάρος άνω του μέτριου.



Τα κορδόνια και το δέσιμο

    Το κλείσιμο στα ορειβατικά παπούτσια γίνεται παραδοσιακά με κορδόνια. Γιατί είναι αρκετά δυνατά σαν υλικό. Επιτρέπουν εύκολη αντικατάσταση σε συνθήκες πεδίου. Αντικαθίστανται εύκολα και με άλλα πρόχειρα υλικά. Και επιτρέπουν κάτι πολύ σημαντικό, όταν είναι επιθυμητό, τις τοπικές παραλλαγές σφιξίματος στο μήκος του κουντεπιέ με επιπλέον θηλειές τοπικά, κόμπους, και τρόπους περάσματος.

    Στη γενική μορφολογία δεσίματος, τα κορδόνια περνιώνται στα σημεία πρόσδεσης (τρύπες ή άγκιστρα) με χιαστί σειρά.


    Άλλες περιπτώσεις δεσίματος είναι με αυτόματο σύστημα κορδονιού, ή βέλκρο ("χριτς-χρατς"), ή συνδυασμό βέλκρο και κορδονιού. Οι περιπτώσεις αυτές απαντώνται είτε σε κάποια από τα αθλητικά μοντέλα, είτε σε μοντέλα που απευθύνονται στη γενική πεζοπορία.
    Αν και πρόσφατα μια από τις κορυφαίες ορειβατικές μάρκες, και αγαπημένη μου, εισήγαγε το αυτόματο κορδόνι ή ταχυκορδόνι (speed lace) σε ένα μοντέλο hiking, εξακολουθώ να είμαι σκεπτικός απέναντι σε ότι δεν είναι κλασικό δέσιμο με κορδόνι. Γενικότερα, δέκα περίπου χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση, η ορειβατική κοινότητα είναι ακόμη σκεπτική για μια γενικότερη χρήση τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, μια εταιρεία που σχεδόν είναι αυτή που τα εφηύρε, να λανσάρει πλέον ένα μοντέλο υποδήματος σε δύο εκδόσεις, με κλασικά κορδόνια ή με ταχυκορδόνια.
    Η αλήθεια είναι ότι τα ταχυκορδόνια προσφέρουν σημαντική άνεση σε διάφορες φάσεις, και επιπλέον, είναι πολύ πιο ανθεκτικά από όσο φαίνονται. Μέχρι στιγμής, βρίσκονται μόνο σε χαμηλά παπούτσια hiking ή running. Η άποψη μου είναι ότι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και σε ψηλότερα υποδήματα πιο απαιτητικής ή ειδικής χρήσης, αλλά η ευρύτερη εφαρμογή τους έχει πέσει θύμα του αρχικού τους πλασαρίσματος ώς "άμεσου δεσίματος" με λίγες τρύπες, χωρίς άγκιστρα, κάτι που "απαγορεύει" την εφαρμογή σε ψηλότερα ή πιο ορειβατικά μοντέλα. Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η ποιότητα των ταχυκορδονιών ανάλογα την εταιρεία, μερικά χρειάζονται συχνό σφίξιμο στη διάρκεια της δραστηριότητας.

    Στα ορειβατικά παπούτσια όπως και στα αθλητικά παπούτσια επιδόσεων δεν τραβάμε τα κορδόνια από ένα σημείο, ώστε να σφίξουν ταυτόχρονα σε όλο το μήκος, αλλά τραβάμε διαδοχικά σε κάθε ζευγάρι τρυπών, αρχίζοντας από τη μύτη και πηγαίνοντας προς τα πίσω. Το ίδιο περίπου κάνουμε και στα ταχυκορδόνια. 

    Όσον αφορά την περιοχή εφαρμογής του δεσίματος, στα ορειβατικά το πλήθος των τρυπών ή το μήκος της περιοχής δεσίματος φτάνει μέχρι κοντά στα δάχτυλα, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη εφαρμογή μεταξύ ποδιού και παπουτσιού, ταυτόχρονα αυτό επιτρέπει τοπικά διάφορες τροποποιήσεις σφιξίματος ανάλογα το σημείο κατα μήκος.

    Όταν φοράμε μποτάκι, ανάλογα την επιτρεπόμενη άνεση σε δεδομένη φάση, δεν είναι κακό το να μη χρησιμοποιούμε τις πάνω τρύπες (ή υποδοχές ή άγκιστρα).

    Ένας καλός φιόγκος για τα κορδόνια στις συνθήκες του βουνού είναι και ο διπλόφιογκος.

    Στα εφεδρικά πράγματα που έχουμε πάντα στο σακίδιο είναι και ένα ζευγάρι κορδόνια, σε κατάλληλο μήκος, και σε κατάλληλη διατομή ανάλογα τις τρύπες στις οποίες θα περαστούν.



______ 
   Βλέπε και Κρεμώντας τα εφεδρικά παπούτσια στο σακίδιο