Γγρουαου

                                                                          11 Σεπ 2017   
Savvas Hiker

Πάνε πάρα πολλά χρόνια -απαγορεύεται να ρωτήσετε πόσα- από μια μέρα που συνόδευα μια κοπέλα σε μια περιήγηση στο Δάσος των Γιγάντων και τα πέριξ. Ήταν ότι είχα πάρει το κολάι της ορειβασίας, βασικά, δεν με έπιανες πουθενά. Είχα βγάλει και την πρώτη μου σχολή αναρρίχησης, στη Βαρυπόμπη. Αλλά ακόμη δεν είχα εξοικειωθεί αρκετά με τα υπόλοιπα στη φύση, τα ζώα, τα φυτά, τα καιρικά φαινόμενα, την ανάγνωση του εδάφους, και όλα αυτά.

Είχαμε ξεκινήσει, λοιπόν, από την Αγία Τριάδα, πιάσαμε από το χιονοδρομικό στο Παληοχώρι, ανηφορίσαμε αριστερά από την "πίστα", περάσαμε τη ράχη, και βγήκαμε ψηλά στο δρομάκι που κατηφορίζει στην κοιλάδα του περίφημου δάσους -τότε, εποχές προ καμμένων. Εκεί σταθήκαμε. Από κάτω μας τα γιγάντια έλατα με τις σκοτεινές τους γωνιές, τα θροΐσματα στην ησυχία, και τα καλλίγραμμα μονοπάτια με τους ύποπτους ίσκιους. Γύρισε και με κοίταξε με ένα χαμόγελο ευτυχίας, τα μάτια της έλαμπαν, το πρόσωπο της μαζί με τη δροσιά του βουνού αντανακλούσε το φως. Εγώ απολάμβανα την στιγμή.

Ξάφνου χαμηλά, από τη στέγη του δάσους, αντιλάλησε ένας άγριος βρυχηθμός. Το ξάφνιασμα μου ήταν τέτοιο που δεν πρόλαβα να καταλάβω αν ήταν απλώς κάποιο... αλυσοπρίονο ή -διάολε- κάποια αρκούδα. Θα μου πείτε, αρκούδα στην Πάρνηθα; Γιατί, μήπως ήξερα τότε αν είχε αρκούδες στην Πάρνηθα -βασικά τίποτα δεν ήξερα- ή αν μπορούν και αν έχουν όρεξη από την Πίνδο να διαβούν ολόκληρη Στερεά και να ξημερωθούν σε καμιά Πάρνηθα; Άσε που τα βουνά και τα δάση της Πάρνηθας με το μυστήριο και τη μαγεία τους, ειδικά όταν δεν τα είχαν ξεκοιλιάσει ακόμη, δεν σου άφηναν πολλά περιθώρια να επιμείνεις σε ότι θα περίμενες να συναντήσεις με τη λογική.

  "Αρκούδα;!" έκανε η κοπελιά και γαντζώθηκε επάνω μου.
Μου ήρθε να ξεφωνίσω και εγώ, με μάτια ορθάνοιχτα σαν πιατάκια του καφέ, "Αρκούδα;" και να το βάλω στα πόδια τρεχαπετάμενος. Αλλά στάθηκα κύριος.
  "Λες να'ναι αρκούδα;" ψέλισα, παριστάνωντας τον αρειμάνιο ορεσίβιο.
  "Καλύτερα να πάμε προς τα πίσω", συνέχισα, "να κάνουμε μια άλλη διαδρομή, και βλέπουμε".

Τέλοσπαντων, ωραία περάσαμε, όπως περνάς πάντα στο βουνό. Το βράδυ σε κάποια φάση γύρισα σπίτι.
  "Πως τα πέρασες;" με ρώτησε ο πατέρας μου.
  "Όλα καλά ρε πατέρα, αλλά μάλλον ακούσαμε αρκούδα!", και περιέγραψα όλη τη φάση με μπόλικη αναπαράσταση -έκανα μέχρι και το τρομερό "ΓΓΡΟΥΑΟΥ" που είχαμε ακούσει.
Ο βουνοσπουδαγμένος πατέρας μου έφερε το χέρι στο μουστάκι, τάχα να το χαϊδέψει, κρύβοντας κάτι μεταξύ γέλιου και χαμόγελου.
  "Δε μου λες, γιέ μου, τι μήνα έχουμε;"
  "Σεπτέμβριο", έκανα εγώ.
  "Λοιπόν, το φθινόπωρο μαρκαλιούνται τα ελάφια και τα αρσενικά μουγκανίζουν όλη μέρα"
  "Σοβαρά μιλάμε τώρα;" αποκρίθηκα, "ρε σου λέω έτρωγε σίδερα να πούμε!"
  "Απλά έπεσες σε ελάφι που δεν είχε κέφια", απάντησε, "αν μούγκριζε συνέχεια κάτι θα καταλάβαινες", και έσκασε στα γέλια μέχρι που άρχισε να βήχει κιόλας...
 
______