Συναπαντήσεις μυστηρίου

2 Οκτ 2017   
Savvas Hiker



Ο καιρός, βροχερός. Το σύννεφο είχε πιάσει χαμηλά κόβωντας ήδη την Καραβόλα και απειλούσε την Κακή Ράχη.

Τελειώνω την Κακή Ράχη και πιάνω το μονοπάτι για Σκίπιζα, μόνος.
Τραβερσάρω την πρώτη ράχη, τραβερσάρω τη δεύτερη, πιάνω να ανηφορίσω στην επόμενη μπαίνοντας πλέον και στο σύννεφο. Η απόκοσμη υγρή θολούρα αγκαλιάζει τα πάντα σαν ομίχλη.

Ξάφνου, αντιλαμβάνομαι ψηλότερα μια σκοτεινή φιγούρα να στέκει σιωπηλή δίπλα από το σημείο που θα πέρναγε το μονοπάτι. Σταμάτησα.

Μου πήρε ένα αιώνιο μισό δευτερόλεπτο να καταλάβω ότι ήταν η φιγούρα από ένα ακόμη καμμένο και μαυρισμένο κορμό που έμεινε να στέκει ακοίμητος φρουρός και μνημείο της ... (άντε μην πω) των ανθρώπων.
Πέρασα δίπλα του. Δεν κοιταχτήκαμε πολύ, γιατί κάτι τέτοια με γεμίζουν θλίψη. Ένα ελατόδασος αποτελεί ακόμη περισσότερο, συγκριτικά με άλλα είδη δασών, ένα συνολικό ζωντανό οργανισμό. Είναι σαν να περιδιαβαίνεις μικροσκοπικός ανάμεσα στα διαφορετικά κύτταρα που το αποτελούν. Θα μπορούσε, ίσως, να χαρακτηρίσει κανείς ένα ελατόδασος και σαν μια δεμένη κοινωνία, ένα μεγάλο χωριό, το ένα δέντρο υπάρχει σε συνάρτηση με το άλλο, και όλα μαζί με ότι άλλο συνυπάρχει ζεί ή αναπτύσσεται ανάμεσα τους. Και τώρα, αυτό το καημένο, έτσι να ξεχωρίζει μαύρο κι άραχνο στη θολούρα, αποτελούσε ένα χτυπητό ορόσημο του τι είχε χαθεί.

Μετά από κανα δυό ράχες ακόμα, έχοντας μπεί για τα καλά πια στο δάσος της Καραβόλας, με διασκέδαζαν οι αποφλοιώσεις σε λεπτά έλατα από τα κέρατα των ελαφιών. Δεν έχω δεί ποτέ από κοντά κάτι τέτοιο, την ώρα που συμβαίνει, και έχω πάντα την απορία πόση ώρα παίρνει στο ελάφι, και μανία, για να το κάνει.




Προχώρησα.
Μια και ήμουν μόνος, χωρίς ιδιαίτερο στόχο προορισμού με τέτοιο καιρό, άρχισα να βαριέμαι, περόνιαζε και η υγρασία, σταμάτησα κάπου για φαγητό.

Το πήρα να κατηφορίζω για πίσω.
Περνάω πάλι από το μοναχικό κούτσουρο που με ξάφνιασε πριν, πάλι δεν πολυκοιταχτήκαμε, και ροβολάω με ταχύτητα, και τεχνικές κινήσεις για να μη φάω καμιά γλίστρα. Όλα γλιστρούσαν και η καλή ορατότητα ήταν το πολύ στα πέντε μέτρα. Πήγαινα γρήγορα για να κρατιέμαι ζεστός.

Μπροστά και χαμηλότερα αντιλαμβάνομαι ότι στην επόμενη στροφή στο μονοπάτι είναι ένα μεγάλο άσπρο τρίγωνο. Στέκομαι. Στην ομίχλη, μου μοιάζει σαν άσπρη σακούλα με πράγματα, που κρέμεται ίσως από κάποιο δέντρο. Τι στο καλό, δεν υπήρχε πριν. Αυτός που την κρέμασε που είναι;
Προχωράω δυό μέτρα. Μάλλον, δηλαδή, είναι πράγματι κρεμασμένη σακούλα.
Στο φόντο, αντιλαμβάνομαι κάτι να ανεβοκατεβαίνει. Πλησιάζω κι άλλο ένα μέτρο. Αυτό που κουνιέται πάνω κάτω είναι ένα χέρι, κάποιος καπνίζει νευρικά. Στο δάσος, μέσα στο σύννεφο, σακούλες και καπνιστές. Ξεκινάω πάλι.
Σε ακόμη τρία μέτρα, περίπου, βλέπω όλη την εικόνα.

Ψηλά στο βουνό στο μονοπάτι, στο δάσος, μέσα στην ομίχλη και το αγιάζι, στέκεται μια γυναίκα με ένα τσιγάρο στο δεξί χέρι και καπνίζει. Στο αριστερό κρατάει μια... χάρτινη βάση με δυό καφέδες, στο ίδιο χέρι έχει κρεμασμένη μια σακούλα, και στη μασχάλη μαζεμένη μια μεγάλη κανονική ομπρέλα. Τα παπούτσια της είναι μόνο για βόλτα από το σπίτι μέχρι την καφετέρια της γειτονιάς.

---
   Βλέπε και  Συναπαντήσεις μυστηρίου, λεπτομέρειες