Συναπαντήσεις μυστηρίου, λεπτομέρειες

6 Okt 2017   
Savvas Hiker


     Το διήγημα "Συναπαντήσεις μυστηρίου", με τον τρόπο που έκλεινε, ξεσήκωσε μια μικρή βαβούρα συζήτησης -και, ναι, είναι πραγματική ιστορία.

     Να δώσω μια συνέχεια λοιπόν.



     Η κυρία αυτή, όπως φάνηκε μετά από λίγο, περίμενε στο μονοπάτι την παρέα της για να συνεχίσουν, μάλλον για τη Σκίπιζα, αφού ο καιρός δεν ήταν καλός να πάνε στο πυροφυλάκιο έτσι απροετοίμαστοι. Δεν ξέρω, υποθέτω, αλλά οι λογικές υποθέσεις δεν συνδέονται απαραίτητα με την πραγματικότητα στα περίεργα του βουνού.

     Δυστυχώς δεν είχα έτοιμη τη μηχανή για φωτο, και δεν τόλμησα να βγάλω μετά. Σκέψου φάση, να έλεγα "μισό να σας βγάλω μια φωτο έτσι όπως είστε εκεί, πολύ κουλό όλο αυτό στο δάσος, στο βουνό, με τέτοιο καιρό και τέτοια ώρα".
     Στη συνέχεια της ιστορίας, λοιπόν, ξεκίνησα πάλι στο γρήγορο.
       "Βλέπω και εγώ, μόνο τη σακούλα", της κάνω προσπερνώντας, "και έλεγα τι είναι αυτό μέσα στο δάσος!"
       "Και τρομάξατε ε;" μου απαντάει ευγενικά και αμήχανα.
     Δεν είπαμε τίποτα άλλο. Λέω, πιο κάτω θα συναντήσω και τον επίδοξο γευσιγνώστη του δεύτερου καφέ. Μετά από κανα λεπτό, νά'σου μια κοπελιά, ερχόταν στο μονοπάτι προς Σκίπιζα.
       "Γειά σας" - "Γειά σας"
     Στην άσφαλτο μετά, ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν αφημένο κάποιο αυτοκίνητο, όπως και ήταν.

     Η Σκίπιζα με το όμορφο δάσος της, και με τη σχετική εγγύτητα στην άσφαλτο, τραβάει διάφορα τέτοια "πρόχειρα" εκδρομικά (καλύτερα να τα πω "κουλά", να συνεννοηθούμε), για αυτό και έχει χαθεί ή δεινοπαθήσει κόσμος εδώ, που δεν λογαριάζει καλά τον καιρό, το βουνό, το υψόμετρο, και το συγκεκριμένο περιβάλλον.

     Αυτή η εγγύτητα με την άσφαλτο, λοιπόν, για τους βιαστικούς εκδρομείς, είναι απατηλή, γιατί θες μισή ώρα να πας στη Σκίπιζα μεν, αλλά και άλλο τόσο να γυρίσεις, βάλε και καμιά ώρα που θα κάτσεις εκεί ή θα χαζεύεις καθ'οδόν. Περνάνε έτσι δυό ώρες στο δάσος στην πλέον σύντομη περίπτωση, ψηλά στο βουνό με καμία προετοιμασία. Όταν ο καιρός δεν είναι καλός, ή η ώρα είναι ακατάλληλη, ή το έδαφος χάλια, ή και τα τρία μαζί, αυτό είναι ένα μεγάλο καμπανάκι.
     Μια φορά, ας πούμε, ανεβαίναμε από Πλατάνα, και περνώντας τη Σκίπιζα την ώρα της δύσης -την ώρα αυτή στα βουνά υπάρχει ακόμη πολύ φως- συναντάμε δύο οικογένειες με μικρά παιδιά που κατηφόριζαν προς την πηγή, χωρίς φακούς ή άλλα πράγματα. Τους είπαμε ότι σε μισή ώρα περίπου στο δάσος θα έχει απόλυτο σκοτάδι, μας απάντησαν κάτι αμέριμνα και ευγενικά, δεν μάθαμε τι κάνανε μετά.

     Μια άλλη φορά, πάλι, πηγαίναμε προς Σκίπιζα και επέστρεφαν δύο μεσήλικες με σακίδια, αργά και ρέμπελα χαζολογούσαν τα φυτά και τον ορίζοντα. Τους χάρηκα έτσι που τους έβλεπα να κατηφορίζουν, χαλαρούς διαβάτες στη μεσημεριάτικη λιακάδα του βουνού. Ο πρώτος, με το που μας βλέπει από τα δέκα μέτρα, σηκώνει μια σφυρίχτρα και σφυράει δυνατά, σαν ένα είδος άτυπου ορειβατικού χαιρετισμού. Γελάσαμε.
       "Από που έρχεστε;" του λέω όταν πέρασε δίπλα μου.
       "Τη Σκίπιζα!", μου λέει με παιδική έξαψη, χαλώντας ελαφρά και τα φωνήεντα, "ήπιαμε και μερικά τσιπουράκια, όλα τέλεια!". Ήταν κουρούμπελο, σκνίπα δηλαδή, κόκκαλο, δεν ξέρω άλλες λέξεις.
       "Μερικά εε; χαχα, καλό δρόμο!"
       "Μερικά, τόσο δα! Καλό δρόμο σε όλους!"
     Λοιπόν, σας πληροφορώ ότι αυτοί οι δύο κινδύνευαν λιγότερο από τους άλλους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα ήταν αν κάποιος σκόνταφτε πουθενά, πάντως, στο βάδισμα ήταν άψογοι και πήγαιναν χαλαρά. Ήταν τουλάχιστον δύο, εμφανώς γνώστες της περιοχής και γενικότερα σχετικοί με βουνά, και το πιο σημαντικό, σε κατάλληλη ώρα και καιρό άρα τουλάχιστον -έστω ρε παιδί μου- θα μπορούσαν να έχουν κάποια βοήθεια από την κοντινή άσφαλτο.

---