Χειμώνα ή καλοκαίρι;

15 Ιαν 2018   
Savvas Hiker



Άρχισα να αναπολώ το καλοκαιράκι, στο βουνό.
Όμως, βουνό και ορειβασία, κατα βάση σημαίνει χειμερινό βουνό. Γιατί τα λέω αυτά λοιπόν, αναπολώντας το καλοκαίρι, εγώ ο πολύς ορειβάτης;
Γιατί φέτος ο χειμώνας, μας έχει σπάσει τα καρύδια!

Προχτές, ξεκίνησα με έντονη καταιγίδα από την Αθήνα. Φίλοι και γνωστοί αλάλιασαν. "Που πας ρε; γίνεται χαμός επάνω! άσε να πάμε άλλη μέρα".
Μέχρι να φτάσω στους πρόποδες είχε γλυκάνει, ούτε νωρίς το φθινόπωρο να ήταν.

Ανηφόρισα στα 1.000μ για να δω ένα ξεχασμένο δρομολόγιο, και κοντοστάθηκα σε μια πλαγιά στα καμμένα, ίδρωσα, είχα σκάσει. Κάτω στην άσφαλτο του βουνού, τα αυτοκίνητα περνούσαν συνεχώς. Άλλες χρονιές τα αυτοκίνητα και μόνο με την αναφορά του μετεωρολογικού δελτίου εξαφανίζονταν. Ακόμη και ώρες πριν την αναμενόμενη έλευση μιας κακοκαιρίας. Τώρα, φέτος, για την ακρίβεια από πέρυσι το καλοκαίρι και μετά, γίνεται χαμός. Βρέξει χιονίσει, δεν περιμένουν να βγεί ο ήλιος, με όλους τους καιρούς ανεβαίνουν αυτοκίνητα.

Έβαλα όλα τα ρούχα στο σακίδιο και έμεινα με την ισοθερμική. Στεκόμουν σε ένα πλατωματάκι, με ωραίο γρασίδι. Ο αέρας ήταν απαλός σαν μετάξι. Μου ήρθε να ξαπλώσω στον ήλιο, χέρια πόδια ανοιχτά, και να μην ξεκουνάω. Νιρβάνα.

Χαμηλότερα, καμια εικοσαριά μέτρα υψομετρική, έβοσκαν τρία ελάφια. Σημασία δεν μου έδιναν, και παρόλο που βρισκόμουν σε ψηλότερο έδαφος.
"Τσιτ!!", τους έκανα απότομα, να δω την αντίδραση τους.
Το ένα σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε, με τα χορτάρια ακόμη στο στόμα, με ύφος "τι τον έπιασε τούτον τώρα;".
Ξανά εγώ, "Τσιτ! Τσιτ!".
Συνέχισε να βόσκει, στυλ "εντάξει σε είδαμε", ενώ, σήκωσε κεφάλι το δεύτερο, σε στυλ "γιατί χτυπιέται τούτος;". Συνέχισαν να βόσκουν.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι τα ελάφια έπρεπε να έχουν φύγει εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα, από τα ψηλά, και να'χουν κατέβει κάτω από τα 800μ υψόμετρο. Είχαμε και ένα βαρύ χιονιά πριν. Κοίταξα γύρω. Χειμώνα έχουμε ή άνοιξη;

Δυό ελεύθερα σκυλιά γάβγισαν κάπου ψηλότερα.

Τα εντόπισα, σίγουρα δεν γάβγισαν εμένα, και μάλλον χαζολογούσαν βαριεστημένα. Ακολούθησα με το μάτι την κατεύθυνση που κοιτούσαν, και είδα ένα κοπάδι από άλλα ελάφια να τραβερσάρει με χάρη για να αποφύγει τα σκυλιά. Συνέχισα προς τα πάνω. Κάτω μακριά, στο δρόμο, άκουγα τα αυτοκίνητα που συνέχιζαν να περνάνε.

Στα 1.200μ υψόμετρο, έφτασα σε μια ανηφορική κόψη. Εκεί με βρήκε ένας περίεργος βοριάς. Ένιωσα τον ιδρώτα να παγώνει αμέσως, σαν κρύσταλλο. Κρικ-κρικ, απότομα, όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου έρχεται το τέλος του κόσμου. Κοντοστάθηκα. Το μονοπάτι στα 200μ είχε ένα απάνεμο κόψιμο. Πήγα μέχρι εκεί και έβαλα το φλις, τσίμπησα και κάτι, στο όρθιο. Έπιασα τη ράχη.

Μετά από λίγο είχα φτάσει στη γραμμή των δέντρων, αυτόματα το μικροκλίμα γύρω μου γλύκανε λίγο.
Τη στιγμή αυτή, όμως, έπεσε ένα σύννεφο που έκλεισε τα πάντα σαν ομίχλη και άρχισε να ραντίζει το τοπίο πυκνά και βουβά. Έβαλα γρήγορα το αντιανεμικό και φόρεσα το κάλυμμα στο σακίδιο. Έσφιξα τις γκέτες και έβαλα τα γυαλιά. Η θερμοκρασία έπεσε αισθητά. Το ράντισμα ήταν τόσο πυκνό που οι φούντες από τα έλατα άρχισαν να βαραίνουν και να στάζουν.
Τώρα ήταν κάπως πρόβλημα να αναμερίζεις τα βρεγμένα κλαδιά, όπου έκλειναν το εγκατελειμένο μονοπάτι. Όμως, τι μαγεία θεέ μου.
Συντόμευσα λίγο τον βηματισμό, για να προλάβω τα χώματα πριν αρχίσουν να γλιστράνε. Το ράντισμα άρχισε να μοιάζει με χιονόνερο.

Έφτασα σε ένα ξέφωτο. Ο καιρός απτόητος. Αποφάσισα να το κόψω για το καταφύγιο, αφήνοντας για άλλη μέρα την εξερεύνηση ενός άλλου μονοπατιού που υποψιάζομαι από διάφορα σημάδια ότι υπάρχει στην περιοχή. Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να συνεχίσω προς βόρεια Καραβόλα.

Μετά από ώρα άρχισα να ακούω πάλι διελεύσεις αυτοκινήτων, και κατάλαβα ότι πλησίαζα στον δρόμο. Κατέβηκα το απότομο δάσος μέχρι την άσφαλτο, χορεύοντας ανάμεσα στα υπολείμματα ενός παλιού μονοπατιού και τις πέτρες από ένα λούκι. Εδώ φάνηκε χρήσιμη η τεχνική βάδισης και η τεχνική του άλπενστοκ. Η απαλή παγωμένη βροχή συνέχιζε μονότονα στο ομιχλώδες τοπίο.

Πλησιάζοντας το καταφύγιο συνάντησα τρείς ακόμη ορειβάτες που μαζεύονταν από διάφορες κατευθύνσεις, συν τρείς έξω από το καταφύγιο, όλοι μας ίδιοι σαν τα στρουμφάκια. Αντιανεμικό, κάλυμμα σακιδίου, γκέτες. Ευτυχώς, στο χαγιάτι ήταν επίσης αραγμένη και μια ομάδα ορειβατών από κάποιο σύλλογο, γύρω στα εφτά άτομα, και μου φάνηκε ότι ήξερα από κάπου τον αρχηγό. Κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν ένα χάρτη. Μπορεί να ήταν από αλλού, είπα να τους ρωτήσω αν θέλουν κάποια βοήθεια, αλλά το άφησα για διάφορους λόγους.

Είπα "ευτυχώς", πριν, γιατί αλλιώς η ατμόσφαιρα στο μέρος θα θύμιζε καφετέρια κάπου στην Αθήνα. Όλοι οι άλλοι στον χώρο ήταν οικογένειες και ζευγάρια που είχαν έρθει με αυτοκίνητα. Μιλάμε, πρωτόγνωρο στο βουνό, ενώ στην Αθήνα ο καιρός ήταν ήδη άστατος, με βροχή όλο το βράδυ. Μερικοί είχαν έρθει και με μωρά σε καρότσι! Ακόμη και έξω στην υγρασία και στο κρύο, στο χαγιάτι, που δεν βλέπεις κόσμο με τέτοιο καιρό, δεν υπήρχε τραπέζι.

Πρέπει να ήταν γύρω στις τέσσερις, δηλαδή ώρα που σε άλλες χρονιές τις πολυσύχναστες ημέρες ο κόσμος αραίωνε πολύ.
Έπιασα τη γωνία σε ένα πάγκο δίπλα στην κουζίνα, για να αφήσω χώρο στις παρέες στη σάλα. Αλλά μου βγήκε ξινό. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού, μια κυρία με δυό μικρά κοριτσάκια αποφάσισε να με υιοθετήσει ως μπαμπούλα επι παντός θέματος. Τα κακόμοιρα δεν με ενοχλούσαν, σε τίποτα, ίσα-ίσα που ήταν και πολύ χαριτωμένα. Άρχισε λοιπόν η κυρία "μην το τρως αυτό, τι θα πει ο κύριος". "Μην λερώνεις, θα σε μαλώσει ο κύριος". "Άστο αυτό κάτω, είναι του κυρίου" (δεν ήταν δικό μου). Και πάει λέγοντας. Τέλος πάντων, έφαγα, και βγήκα στο χαγιάτι.

Ο γάτος, κάθε που ανέβαινε τα σκαλοπάτια μια νέα επίσκεψη, έτρεχε να στηθεί στο χαλάκι αρχίζοντας τις πόζες. Πάνω ουρά, περισκόπιο η ουρά, στήσιμο κεφάλι στυλ Λέοντας της Νεμέας, και πάει λέγοντας. Πρέπει να παρέλασε η μισή Αθήνα αναφωνώντας και χαϊδεύοντας τον γάτο. Σε κάποια φάση με πρόσεξε ο γάτος, μισοκλείνοντας τα μάτια, φάση "εδώ είσαι κολλητέ; σόρυ αλλά έχουμε κόσμο σήμερα βλέπεις".

Διασκεδαστική ίσως η ιστορία μου, αλλά έχει μια σκιά.

Τα βουνά είναι ανέκαθεν πασίγνωστος τόπος ξαφνικής αλλαγής του καιρού, αλλά δεν εννοούμε αυτό που περιέγραψα, και σίγουρα όχι τόσο σε βουνά σαν την Πάρνηθα. Άντε να πεις, βουνό είναι, το έκανε μια φορά, άντε δύο. Βρε, μιλάμε, το πάει σερί. Δεν κάνει ένα χιόνι, έναν βοριά, παγωνιές, κακό, να πείς ορειβάτης είμαι πάω να περπατήσω. Είναι ένας μύλος καιρού, με υγρασίες, συνεχώς υγρασίες, ήλιους, αέρηδες, χιόνια, βροχές, και πάλι από την αρχή συνεχώς, που σε κάνει να αναπολείς το βουνό το καλοκαίρι. Όπου και πάλι, πέρυσι το καλοκαίρι, είχε τόση υγρασία που ήταν καλύτερο να κάτσεις κάπου παρά να πας μια πορεία.
Από την μια είναι η κλιματική αλλαγή, λοιπόν. Μας σακατεύει ήδη και το ξέρουμε όλοι στο βουνό και στην πόλη, όλες τις εποχές. Από την άλλη είναι η όψιμη προτίμηση του κόσμου που, περιέργως, τώρα δεν φοβάται καταιγίδες ανεβαίνοντας στο βουνό με αυτοκίνητο, δεν τον τρομάζουν παγωμένοι δρόμοι και ομίχλες, ξαφνικά πλέον, δεν ανησυχεί προκαταβολικά για το "που πάει" φεύγοντας από την πόλη ήδη με παλιόκαιρο. Εκδράμοντας ακόμη και με μωρά που, αφού παρκάρει, σέρνει τα καρότσια σε πέτρες και λάσπες κάτω από χιονόνερο. Δεν ξέρω, όλο αυτό για το βουνό, τι σημαίνει και που πάει.

Αν είναι, από όλα αυτά τα παντός καιρού καραβάνια αυτοκινήτων, να προκύψει ένα ικανοποιητικό ποσοστό ρεύματος ανθρώπων που θα ασχολούνται σωστά με τα βουνά, την φύση, τον εαυτό τους, τους άλλους, χαλάλι. Δεν γνωρίζω. Θα δούμε.

---