Ο ελάφης

17 Οκτ 2017   
Savvas Hiker


  "Σε πόση ώρα έχουμε σκοτάδι;", είπα κοιτώντας την Αγία Μαρίνα απέναντι.
  "Γύρω στα τρία τέταρτα", απάντησε ο Αλέκος τελειώνοντας το σάντουιτς, "άρα να'χουμε βγεί σε μισή ώρα στο δρόμο γιατί αλλιώς καήκαμε, το μονοπάτι εδώ δεν έχει σήματα"
  "Ναι, έχεις δίκιο", συμφώνησα, "ο δικός μου φακός δεν κάνει"
  "Αυτό σου λέω, δεν είμαστε για πειράματα σε μονοπάτια που δεν ξέρουμε καλά".

Ζωστήκαμε τα σακίδια, βάλαμε τους φακούς σβηστούς πάνω από τις μπαντάνες, αναπτύξαμε τα μπατόν, και ξεκινήσαμε να βγούμε στο μονοπάτι. Στο κακοτράχαλο μονοπάτι το πήραμε στο γρήγορο σαν τους κατσαπλιάδες, να φτάσουμε στη "στράτα" όσο έφεγγε ακόμη.

Βγήκαμε στο χωματόδρομο εγκαίρως.

Δεν ξέρω, η νύχτα στο πευκοδάσος πάντα μου δημιουργεί ένα μυστήριο συναίσθημα, κι ας είμαστε σε χωματόδρομο τώρα. Ίσως γιατί ένα πευκόδασος μοιάζει πιο ζοφερό τη νύχτα. Έχει ένα περίεργο μυστήριο. Ίσως γιατί το πευκόδασος, σαν πιο συνδεδεμένο στην αντίληψη με τα χαμηλά υψόμετρα, ασυναίσθητα το συνδέεις και με τις ιστορίες και τους θρύλους των ανθρώπων της υπαίθρου, και όλα αυτά.

Η νύχτα προχωράει.
Οι κουβέντες μεταξύ μας έχουν καταλαγιάσει, και ακούγεται μόνο το ρυθμικό ντακ-ντουκ των μπατόν στο ξερό χώμα του δρόμου. Έχουμε ανάψει μόνο ο ένας τον φακό κεφαλής, στην πιο χαμηλή ρύθμιση, ίσα να έχουμε κάποιο φως. Οι στροφές του δρόμου διαδέχονται η μια την άλλη. Το δάσος γύρω μας, και από πάνω μας, προσπαθεί να πνίξει την ασπριδερή λωρίδα του δρόμου στη σκοτεινή του αγκαλιά.

  "ΓΚΧΡΟΥ!!!"
Παγώσαμε. Όχι δεν ήταν ελάφι. Σταματήσαμε προτείνοντας τα μπατόν σαν λόγχες, και ανάψαμε στο φουλ και τους δύο φακούς.
Ησυχία.
  "Τι ήταν αυτό ρε;"
  "Ουρακοτάγκος, ξέρω γω;"
  "Φεύγουμε και βλέπουμε"

Δεν αποκάναμε ακόμη πενήντα μέτρα, και ακούστηκε πάλι από δίπλα μας. Τώρα έμοιαζε σαν μουγκάνισμα με μια χροιά ερωτηματικού, δηλαδή σαν το μουγκάνισμα να ρωτούσε κάτι.
  "Ελάφι είναι τελικά...."
  "Ασταδιάλα και με τρόμαξε!"
Από την κατεύθυνση του ήχου, και τις δύο φορές, έδειχνε σαν να μας ακολουθούσε ένα αρσενικό ελάφι παράλληλα με το δρόμο μέσα στο δάσος.
  "Αν συνεχίσει να μας ακολουθεί τι κάνουμε;"
  "Πάμε και θα δούμε"
Συνεχίσαμε.

  "ΓΡΡΑΟΥ??",
πάλι ακούστηκε δίπλα μας.

Άντε σταμάτα πάλι. Εκτίμηση κατάστασης.
  "Σου φαίνεται και σένα σαν να έχει ένα ερωτηματικό το μουγκανητό;"
  "Χαχα ναι - ρε δεν πιστεύω να μας ορμήξει ξαφνικά από πουθενά"
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα και "φωτίστηκα":
  "Μας πέρασε για ελαφίνες, ή άλλα ελάφια!"
  "Πως σου'ρθε τώρα αυτό"
  "Με αυτά τα μπατόν, μου έχουν ξανατύχει διάφορα με ελάφια. Μάλλον ο ήχος. Τους μοιάζει σαν οπλές ελαφιών"
  "Πλάκα κάνεις..."
  "Καθόλου, λοιπόν, συνεχίζω χωρίς τα μπατόν"
  "Ο Θεός βοηθός"

Ξεκινήσαμε πάλι.
Αντί να δέσω τα μπατόν στο σακίδιο, συνέχισα να τα κρατάω για να τα χρησιμοποιήσω πιο κάτω.
Έλα όμως που τα πόδια μου ψηλά είχαν ιδρώσει ελαφρά. Φορούσα ένα καινούριο παντελόνι πεζοπορίας και διαπίστωσα ότι τώρα το ύφασμα ψιλοκόλλαγε στους μηρούς μπροστά, και με ενοχλούσε με τραβήγματα στο βάδισμα. Τι να κάνω κι εγώ, λοιπόν, ενώ κρατούσα τα μπατόν σαν τσάντες, ταυτόχρονα, κρατούσα και τα μπατζάκια πάνω όπως οι γυναίκες κρατάνε σηκωμένη μια φούστα.
Ο ελάφης πάντως δεν ξανακούστηκε.

  "Δε μου λες", λέει ο Αλέκος, "όπως περπατάς έτσι τώρα, γιατί δεν πατάς και στις μύτες των ποδιών, να πηγαίνεις σαν αιθέρια ύπαρξη;"
Σκάσαμε στα γέλια.

Ακόμη γελάμε.

---