Άρχισα να αναπολώ το καλοκαιράκι, στο βουνό.
Όμως, βουνό και ορειβασία, κατα βάση σημαίνει
χειμερινό βουνό. Γιατί τα λέω αυτά λοιπόν, αναπολώντας το καλοκαίρι;
Γιατί φέτος ο χειμώνας, μας έχει σπάσει τα νεύρα!
Προχτές, ξεκίνησα με έντονη καταιγίδα από την Αθήνα. Φίλοι και γνωστοί αλάλιασαν. "Που πας ρε; γίνεται χαμός επάνω! άσε να πάμε άλλη μέρα".
Μέχρι να φτάσω στους πρόποδες είχε
γλυκάνει, ούτε νωρίς το φθινόπωρο να ήταν.
Ανηφόρισα στα 1.000μ για να δω ένα ξεχασμένο δρομολόγιο, και κοντοστάθηκα σε μια πλαγιά στα καμένα, ίδρωσα, είχα σκάσει. Κάτω στην άσφαλτο του βουνού, τα αυτοκίνητα περνούσαν συνεχώς. Άλλες χρονιές τα αυτοκίνητα και μόνο με την αναφορά του μετεωρολογικού δελτίου εξαφανίζονταν. Ακόμη και ώρες πριν την αναμενόμενη έλευση μιας κακοκαιρίας. Τώρα, φέτος, για την ακρίβεια από πέρυσι το καλοκαίρι και μετά,
γίνεται χαμός. Βρέξει χιονίσει, δεν περιμένουν να βγεί ο ήλιος, με όλους τους καιρούς ανεβαίνουν αυτοκίνητα.
Έβαλα όλα τα ρούχα στο σακίδιο και έμεινα με την ισοθερμική. Στεκόμουν σε ένα πλατωματάκι, με
ωραίο γρασίδι. Ο αέρας ήταν απαλός σαν μετάξι. Μου ήρθε να ξαπλώσω στον ήλιο, χέρια πόδια ανοιχτά, και να μην ξεκουνάω. Νιρβάνα.
Χαμηλότερα, καμια εικοσαριά μέτρα υψομετρική, έβοσκαν
τρία ελάφια. Σημασία δεν μου έδιναν, και παρόλο που βρισκόμουν σε ψηλότερο έδαφος.
"Τσιτ!!", τους έκανα απότομα, να δω την αντίδραση τους.
Το ένα σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε, με τα χορτάρια ακόμη στο στόμα, με ύφος "τι τον έπιασε τούτον τώρα;".
Ξανά εγώ, "Τσιτ! Τσιτ!".
Συνέχισε να βόσκει, στυλ "εντάξει σε είδαμε", ενώ, σήκωσε κεφάλι το δεύτερο, "γιατί χτυπιέται αυτός;". Συνέχισαν να βόσκουν.